Μαρτυρίες για τον Δ. Λιαντίνη.

Η πανεπιστημιακή καριέρα του Λιαντίνη συνδέθηκε με ένα πρόσωπο που συνέβαλε αποφασιστικά στην παρουσία του μέσα στο ίδρυμα. Στάθηκε για τον Λιαντίνη φίλος και πατέρας.

«Αγάπησα τον Αντώνη Δανασσή» (από την στερνή επιστολή προς την κόρη του).

Αντώνης Δανασσής-Αφεντάκης, πρώην αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών: «Τέτοια πλάσματα, σαν τον Δημήτρη Λιαντίνη, γεννιώνται σπάνια ή αργά και πεθαίνουν γρήγορα. Ο Δημήτρης Λιαντίνης είναι ένα από τα πιο φωτισμένα μυαλά που γέννησε ο τόπος αυτός. Είχε βαθιά γνώση σε όλα τα επίπεδα της επιστήμης, της ζωής και του πνεύματος διαχρονικά, από τις πρώτες πηγές, στη μυθολογία, μέχρι τη σύγχρονη αστροφυσική. Είμαι υπερήφανος που υπήρξε συνεργάτης, συνάδελφος και φίλος αγαπητός.
Τον γνώρισα το 1973. Λίγο αργότερα ήρθε στο εργαστήριο της Πειραματικής Παιδαγωγικής ως υποψήφιος για να καταλάβει τη θέση βοηθού. Είχε παρουσιαστεί στον καθηγητή Νίκο Μελανίτη -εγώ ήμουν επίκουρος καθηγητής τότε- και ζήτησε να προσληφθεί. Ο Μελανίτης με κάλεσε και με ρώτησε: «Πώς βλέπεις αυτόν το νέο;».
Είχα πληροφορίες ότι επρόκειτο περί ενός καλού, δραστήριου και ευφυούς νέου και συμφώνησα για την πρόσληψή του. Τον προσέλαβε ο Μελανίτης και τον διέθεσε σε μένα.
Το 1975 ορκίστηκε βοηθός στην έδρα της Παιδαγωγικής και το 1978 αναγορεύτηκε διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής. Το 1982 έγινε λέκτορας με δική μου εισήγηση. (σημ: Ο Δανασσής ίσως εννοεί ότι τον ενθάρρυνε ή τον στήριξε να συνεχίσει την πανεπιστημιακή του καριέρα. Ο Λιαντίνης έγινε λέκτορας με το Νόμο 1268 του 1982. Προέβλεπε ότι οι βοηθοί με διδακτορικό εντάσσονται αυτοδίκαια στη συγκεκριμένη βαθμίδα.) Το ίδιο και το 1987, που έγινε επίκουρος. Γενικά του ασκούσα μεγάλη πίεση για να πάει από τη μια βαθμίδα στην άλλη. Το 1995 μάλιστα, που εκρίθη για αναπληρωτής, έδωσα μάχη για να τον πείσω να υποβάλει τα χαρτιά του.

Δεν ήθελε με τίποτα να κριθεί για Αναπληρωτής καθηγητής. «Αυτοί εμένα δεν θα με κρίνουν», μου είπε. Δεν είχε άδικο. Πολλοί από αυτούς ούτε στο δαχτυλάκι του δεν τον έφταναν.
Για τον Λιαντίνη αντιδρούσαν αρκετοί καθηγητές όσον αφορά το αντικείμενο του μαθήματος του, για το οποίο θεωρούσαν ότι δεν είχε σχέση. Έλεγαν ότι δεν είχε σχέση με την Παιδαγωγική και τη Διδακτική. Τώρα θα με ρωτήσετε γιατί τον ήθελα εγώ. Εγώ τον ήθελα γιατί ήταν ένα φωτισμένο μυαλό. Ήταν μια φρέσκια παρουσία στο χώρο, απόδειξη ότι το ακροατήριο του ήταν πλούσιο, και έδινε μια νέα όψη στα μαθήματά μας. Με την ευρεία έννοια του όρου, δεν είναι ανάγκη να είναι όλοι της αυστηρής, της συστηματικής Παιδαγωγικής ή Διδακτικής. Κάποτε ο Μαρκαντώνης μου είπε: «Τι κάνει ο Λιαντίνης από αυτά που διδάσκουμε εμείς;» «Τίποτα», του απάντησα. «Εάν ο Λιαντίνης έκανε αυτά που διδάσκουμε εγώ κι εσύ, τότε ίσως να μη χρειαζόταν». Αυτή ήταν η απάντησή μου επίσημα».

– Γιατί βάλατε το χέρι σας στη φωτιά για τον Λιαντίνη; Δεν φοβηθήκατε μην καείτε;
«Η συνείδησή μου έλεγε ότι ήταν ένας ικανός επιστήμονας, ένας φωτισμένος άνθρωπος, ένας σπουδαίος δάσκαλος, με μια σπάνια συνδυαστική ικανότητα. Συνέδεε το παρελθόν με το παρόν με μοναδικό τρόπο. Έναν τέτοιο άνθρωπο δεν μπορούσα να μην τον υποστηρίξω. Ήταν μια τόσο φωτισμένη προσωπικότητα, την οποία εγώ την αναζητούσα. Να φύγω από τα τετριμμένα, από τα καθημερινά. Να δώσω μια καινούρια νότα στο χώρο μας. Και τη νέα νότα την έδινε ο Δημήτρης. Ήμασταν άλλωστε τόσοι άνθρωποι που κάναμε τα ίδια πράγματα. Έπρεπε να τα κάνει και ο Δημήτρης; Δεν το καταλαβαίνω. Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι η Παιδαγωγική είναι η πρακτική φιλοσοφία. Επομένως δεν ήταν άσχετος ο Λιαντίνης με το αντικείμενο. Άλλωστε το αντικείμενο της διδασκαλίας του, το περιεχόμενο της θέσης του, ήταν Φιλοσοφία της Αγωγής. Δεν μπορεί να κάνει κανείς Αγωγή χωρίς να είναι φιλόσοφος. Και ο Δημήτρης ήταν. Αν τώρα λόγω των αναγκών έκανε και Διδακτική και άλλα μαθήματα, ας ρωτηθούν οι φοιτητές για το επίπεδο του μαθήματος. Γεμάτο το αμφιθέατρο. Μια μέρα, χαριτολογώντας, του είπα: «Βρε Δημήτρη, όλο τον κόσμο εσύ θα τον τραβάς, δεν μπορούμε να βρούμε άνθρωπο κοντά μας». Μου απάντησε γελώντας με τα λόγια του Ιησού: “’Αφετε τα παιδία ελθείν προς με”. Αγαπούσε τους νέους ανθρώπους και ήθελε να βρίσκεται κοντά τους, να τους βοηθά, να τους συμπαραστέκεται. Θυμάμαι τις βαθμολογίες του στα παιδιά. «Βρε Δημήτρη, 4 δεν υπάρχει πουθενά στους βαθμούς που βάζεις», του έλεγα. “Τα τεσσάρια, κύριε καθηγητά, τα κάνουμε 5”, μου απαντούσε.
Τι να πω. Μακάρι να υπήρχε μια έδρα της “Ιστορίας του Πνεύματος”. Αυτή θα έπρεπε να την καταλάβει ο Δημήτρης Λιαντίνης. Δεν υπάρχει τέτοια έδρα. Θα τη δημιουργούσα για τον Λιαντίνη. Αυτός ήταν ο Λιαντίνης».

Το καλοκαίρι του 1998, μιλώντας με τον Αντώνη Δανασσή, μου είχε πει ότι «ο Λιαντίνης θα τιμηθεί όπως του πρέπει από το Πανεπιστήμιο στη μεγάλη αίθουσα του Ιδρύματος. Εγώ ο ίδιος θα πάρω την πρωτοβουλία για να συμβεί αυτό». Πέρασαν τα χρόνια, αλλά το Πανεπιστήμιο δεν τον τίμησε. Αρκετά χρόνια αργότερα, όταν πια είχε αποσυρθεί από τα καθήκοντά του, του το θύμησα.
Δανασσής: «Είναι αλήθεια, ότι τότε που μπορούσα δεν το έκανα και λυπάμαι πολύ γι’ αυτό. Ήταν τέτοιο το κλίμα, τα χρόνια μέχρι την ανακάλυψη του τάφου του το 2005, που δεν μου επέτρεψαν να αναλάβω πρωτοβουλία να τον τιμήσουμε. Η σύζυγός του, από το καλοκαίρι του 1998 και μετά, πίστευε ότι ζει και μάλιστα ότι εγώ τον κρύβω, ακόμα και μετά την ανεύρεση των οστών του. Μακάρι να μπορούσα να τον κρύψω, για να τον έχω κοντά μου. Μου ήταν αδύνατον, λοιπόν, κάτω από αυτές τις συνθήκες να διοργανώσω τιμητική εκδήλωση».»
_____________
Πηγή: Δημήτρη Αλικάκου, «Λιαντίνης – Έζησα έρημος και ισχυρός», εκδ. Ελευθερουδάκη, 2η εμπλουτισμένη έκδοση –goo.gl/fM4XD3)

«Ας σταθούμε λίγο σε μια οριακή στιγμή για τον καθένα μας: την ώρα που βιώνουμε τον πόνο του αποχωρισμού ενός αγαπημένου προσώπου. Μια τέτοια στιγμή χτύπησε κάποτε και την πόρτα του Λιαντίνη. Αυτή τη στιγμή θα διηγηθώ και όσα ακολούθησαν.
Ο πατέρας του Λιαντίνη, ο Θόδωρος Νικολακάκος, πέθανε το 1987. Τις τελευταίες του στιγμές ο Λιαντίνης ήταν συνεχώς δίπλα του. Καθόλου δεν έφυγε από το προσκεφάλι του. Λίγο πριν πεθάνει, πατέρας και γιος έμειναν μόνοι στο δωμάτιο. Σύμφωνα με το Γιώργο, «ο πατέρας μας ξεψύχησε στα χέρια του Δημήτρη».
Δεν άφησε κανέναν να μπει στο δωμάτιο. Τον έγδυσε μόνος και τον έπλυνε με κρασί. Αργά, με σεβασμό και οδύνη. Μετά ζήτησε από τις γυναίκες να του φέρουν το καλό του κοστούμι. Τον έντυσε. Μόνος.

Τρία χρόνια αργότερα έγινε η εκταφή. Όταν οι γυναίκες του χωριού τελείωσαν τα πρέποντα στα οστά του νεκρού, συνέβη κάτι που ο αναγνώστης οφείλει να το διαβάσει περισσότερο με την καρδιά παρά με το μυαλό. Ο Λιαντίνης πήγε στο νεκροταφείο, άνοιξε το κασελάκι με τα οστά, πήρε τη νεκροκεφαλή, πήγε στο ρέμα, την έπλυνε, και μετά, κρατώντας τη στα χέρια, κατηφόρισε για το πατρικό του. Μόλις έφτασε, την άφησε πάνω στο τραπέζι και κατέβηκε στο κατώι. Γέμισε μια κανάτα κόκκινο κρασί από το βαρέλι. Πήρε δυο κρασοπότηρα και κάθισε στο τραπέζι. Μόνος και απέναντι η θύμηση του γεννήτορά του. Έβαλε κρασί και στα δύο ποτήρια. Ήπιε. Τα μάτια του βούρκωσαν. Την δραματική αυτή σκηνή παρακολουθεί κρυφά ο αδερφός του Γιώργος, που δεν μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Η συνέχεια σοκάρει. Ο Λιαντίνης παίρνει το άλλο ποτήρι και βρέχει το κούφιο στόμα του πατέρα του με λίγο κρασί. Και μετά σιωπή…
Κι όμως ο Λιαντίνης δεν άφησε αυτή η απόλυτα προσωπική στιγμή να γίνει παιχνίδι στα στόματα κάποιων χωριανών, με σκοπό τη γελοιοποίησή του, (σε περίπτωση που τη μάθαιναν). Επέστρεψε στο κοιμητήρι και, με αρκετή δόση χιούμορ, «ανακοίνωσε» στους χωριανούς ότι «μίλησε» με τον πατέρα του και εκείνος του «αποκάλυψε» ότι «ζωή μετά το θάνατο δεν υπάρχει». Μετά, σε ύφος σοβαρό, τους είπε τα ακόλουθα λόγια: «Όταν πεθαίνεις και μιλάνε για σένα, εξακολουθείς να ζεις. Όταν σε ξεχνάνε, τότε πεθαίνεις». Στη συνέχεια στράφηκε στον παπά, που κοιτούσε αμήχανος, και του είπε: «Και τώρα πάρε το κρανίο, να πεις κι εσύ τα δικά σου».
Την άλλη μέρα έσκαψε μόνος του ένα λάκκο στον κήπο, πίσω από το σπίτι, και έθαψε τα οστά. Από πάνω, για να φαίνεται το σημείο, έβαλε ένα πιθάρι (σ.σ. υπάρχει ακόμα).»

(Πηγή: «Λιαντίνης – Έζησα έρημος και ισχυρός», εκδ. Ελευθερουδάκη, 2η εμπλουτισμένη έκδοση – goo.gl/fM4XD3)


“Ο Δημήτρης στις πρώτες τάξεις του δημοτικού δεν φαίνεται να ξεχωρίζει από τα άλλα παιδιά, ή τουλάχιστον δεν υπάρχουν σχετικές μαρτυρίες. Άλλωστε, όπως θα δούμε στη συνέχεια, δεν δείχνει καμία διάθεση να δείξει ποιος είναι.
Νίκος Σωτηράκος, δάσκαλος του Λιαντίνη (σ.σ. δεν ζει πια): «Ήταν 1951. Ο Δημήτρης πήγαινε στην πέμπτη τάξη, στο δημοτικό σχολείο της Λιαντίνας, όπου ήμουν δάσκαλος. Είκοσι πέντε παιδιά είχε όλα κι όλα το σχολείο. Επιθεωρητής τότε ήταν ένας Σολωμός Αλέκος. Ήταν Απρίλιος όταν ήρθε κάποια μέρα στο σχολείο. Βάλαμε τα παιδιά σε μια τάξη και τους μίλησε για λίγο. Ποιος είναι, γιατί ήρθε… τα γνωστά. Κάποια στιγμή μου λέει: «Δάσκαλε, βάλε στα μεγάλα παιδιά κάτι να κάνουν, γιατί εμείς θα ασχοληθούμε με τα μικρά, της πρώτης και της δευτέρας». Τότε λοιπόν είπα στα μεγάλα παιδιά να γράψουν μια έκθεση με θέμα «Η επίσκεψη του κυρίου επιθεωρητή». Ήταν δύσκολο θέμα. Έφυγα από την τάξη και μαζί με τον επιθεωρητή ασχοληθήκαμε με τα μικρά παιδιά. Μετά από περίπου μία ώρα και αφού έκαναν διάλειμμα πήγαμε στην τάξη και ρωτήσαμε ποια παιδιά ήθελαν να διαβάσουν την έκθεση που έγραψαν. Αρκετά παιδιά σήκωσαν το χέρι τους και διάβασαν την έκθεσή τους. Ο Δημήτρης δεν το σήκωσε. Ο επιθεωρητής όμως του ζήτησε να διαβάσει και εκείνος. Δεν θυμάμαι ακριβώς τι έγραψε, έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Όμως θυμάμαι πολύ καλά ότι ο μικρός έγραψε μια έκθεση που δεν μπορούσε να τη γράψει ούτε παιδί του γυμνασίου τότε, λυκείου σήμερα. Ήταν γεμάτη από εύστοχες περιγραφές και εικόνες που τυπώθηκαν στο μυαλουδάκι του βλέποντας έστω για τόσο λίγο τον επιθεωρητή. Μέχρι και το περπάτημά του περιέγραψε.

«Η γλώσσα δεν μαθαίνεται με τη σπουδή των λέξεων, αλλά με τη μελέτη των ανθρώπων» (Χάσμα Σεισμού, σελ. 11).

Μείναμε με ανοιχτό το στόμα κι εγώ και ο επιθεωρητής. Μάλιστα χαριτολογώντας ο επιθεωρητής με ρώτησε αν μπορώ εγώ να γράψω τέτοια έκθεση. Όταν πήγαμε στο γραφείο μου, μου ζήτησε να πάρω το τετράδιο από το παιδί, να βγάλω ένα αντίγραφο της έκθεσης και σε πρώτη ευκαιρία να του το δώσω. Έτσι κι έκανα.
Μετά από λίγο καιρό έγινε μια συγκέντρωση δασκάλων της περιφέρειας σε ένα χωριό, στη Σκούρα. Εκεί λοιπόν ο Σολωμός διάβασε την έκθεση του Δημήτρη Νικολακάκου (Λιαντίνη). Και στο τέλος τούς είπε με στόμφο: «Αυτή η έκθεση γράφτηκε από ένα μαθητή της πέμπτης δημοτικού στο χωριό Λιαντίνα». Μετά θυμάμαι οι συνάδελφοι με έβλεπαν με θαυμασμό…
Πέρασαν τα χρόνια και είδα μια μέρα τον Λιαντίνη -όντας καθηγητής στο πανεπιστήμιο- και τον ρώτησα αν το θυμόταν αυτό το περιστατικό. “Το θυμάμαι”, μου είπε και γέλασε».”
________________
(Πηγή φωτο-κείμενο: «Λιαντίνης – Έζησα έρημος και ισχυρός», εκδ. Ελευθερουδάκη, 2η εμπλουτισμένη έκδοση – goo.gl/fM4XD3)
__________
Ο Δημήτρης αριστερά με έναν συμμαθητή του. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας είχε γράψει: «Ενθύμιον της μαθητικής ζωής που γρήγορα διαβαίνει και ο θερμός ο άνεμος τα άνθη της μαραίνει. Κροκεές, 28-10-1955». Δεκατριών ετών!

“Παναγιώτης Γιάτρας (συμμαθητής του Λιαντίνη στην τελευταία τάξη): «Ο Μίμης ήρθε στη Σπάρτη το Σεπτέμβριο του 1959. Έφυγε από τις Κροκεές εξαιτίας μιας κοπέλας. «Έπρεπε να πάρει τέλος αυτή η ιστορία και για να γίνει αυτό έπρεπε να φύγω, δεν γινόταν αλλιώς», μου είπε αργότερα.
Όλοι οι υπόλοιποι γνωριζόμασταν από τις προηγούμενες τάξεις. Η γνωριμία μας ξεκίνησε στα διαλείμματα. Έδεσε όμως ένα μήνα μετά, την προπαραμονή της 28ης Οκτωβρίου. Ήμασταν στην πλατεία της Σπάρτης, καθόμασταν σε ένα πεζούλι και κοιτούσαμε τον κόσμο, που έκανε βόλτες πάνω κάτω. Μου άρεσε μια κοπέλα και την κοιτούσα που περπατούσε. Με είδε και μου λέει:
– Σε κοιτάζει η τάδε.
– Το ξέρω.
– Σου αρέσει;
– Πολύ.
– Και τι κάθεσαι;
– Τι λες τώρα, έχει τρία αδέρφια!
– Και τι έγινε;
Αμέσως φεύγει γρήγορα από εκεί που καθόμασταν, πάει σε ένα περίπτερο που βρισκόταν απέναντί μας και γυρίζει με ένα χαρτάκι στο χέρι.
– Ακολούθησέ με τώρα, μου λέει και με τραβάει δυνατά από το μπράτσο.
Μπαίνουμε μέσα στον κόσμο που έκανε βόλτα, με σκοπό, όπως κατάλαβα αργότερα, να έρθουμε πρόσωπο με πρόσωπο με την κοπέλα. Μόλις φτάσαμε τρία τέσσερα μέτρα από την κοπέλα, μου το δίνει αμέσως στο χέρι, με σπρώχνει και μου λέει επιτακτικά: «Τώρα δώσ’ το». Εγώ έτρεμα, ντρεπόμουν. Αντί να της το δώσω, το πέταξα κάτω. Το είδε η κοπέλα και το πήρε, γιατί έπεσε μπροστά της. Και τότε ο Λιαντίνης μου λέει, δεν θα το ξεχάσω: «Τώρα έγινες άντρας. Λοιπόν, αύριο η κοπέλα θα σε περιμένει στις έξι το απόγευμα πίσω από το ιερό του Αγίου Νίκωνα».
– Μα τι λες; Πώς είσαι τόσο σίγουρος;
– Πήγαινε και θα δεις. Μόνο μην το ξεχάσεις.
– Μα τι έγραψες στο χαρτί;
– Πήγαινε και θα σου πω μετά.
Πήγα την επόμενη μέρα, παραμονή της εθνικής επετείου. Ήταν εκεί η κοπέλα. Τρελάθηκα. Φυσικά ήθελα να μάθω τι της έγραψε στο χαρτί, αλλά δεν μπορούσα να ρωτήσω, αφού υποτίθεται το είχα γράψει εγώ.
Από κείνη τη μέρα, 27 Οκτωβρίου του 1959, ο Δημήτρης έγινε ο μέντοράς μου∙ ο άνθρωπος που μου άνοιξε νέους ορίζοντες στο μυαλό μου∙ που με έμαθε να διαβάζω ποίηση. Εκείνος με μύησε στον Ελύτη, αρχικά με τους Προσανατολισμούς. Από εκεί έπαιρνα ψήγματα και έριχνα σε κάνα γράμμα… (γέλια). Ωστόσο ποτέ δεν μου είπε τι έγραψε στο χαρτάκι. Ο Δημήτρης τολμούσε, ήταν καμικάζι με τις γυναίκες, αλλά ταυτόχρονα και επιλεκτικός. Και πάντα ευγενής και κύριος.

«Ο έρωτας είναι γνώση. Ο έρωτας είναι ευγένεια και αρχοντιά» (Γκέμμα, σελ. 172).

Οι μικρότητες δεν τον άγγιζαν. Ήταν δεκαοχτώ χρόνων, αλλά η ωριμότητά του ήταν αυτή ενός πενηντάρη.

«Ο χρόνος φεύγει. Αλλοίμονον. Στάσου για λίγο, χρόνε, δίπλωσε τα ακούραστα φτερά σου. Στάσου λίγο ακόμα, μαθητική ζωή, ευτυχία. 24-3-60» (δεκαοχτώ ετών – από το προσωπικό του ημερολόγιο).

Θυμάμαι, όταν κάποιοι καθηγητές δεν ήταν αρεστοί σε μας τους μαθητές και τους σχολιάζαμε αρνητικά, ο Δημήτρης πάντα έδειχνε κατανόηση και μου έλεγε: «Βουλιαγμένος άνθρωπος είναι, φίλε μου. Τον έχουν ταλαιπωρήσει άλλοι και τώρα θέλει να βγάλει τα απωθημένα του σε μας. Ας μην τον κρίνουμε αυστηρά». Ο Δημήτρης άφηνε σε κάθε άνθρωπο το δικαίωμα του ατοπήματος. Δεν ήταν ο άνθρωπος του «δε βαριέσαι», ήταν της αποδοχής, της κατανόησης.

«Γιατί άνθρωπος στη βάση του σημαίνει λάθος και στην κορφή του εξαγνισμός» (Γκέμμα, σελ. 154).”

(Πηγή: «Λιαντίνης – Έζησα έρημος και ισχυρός», εκδ. Ελευθερουδάκη, 2η εμπλουτισμένη έκδοση – goo.gl/fM4XD3)