Μελέτες και άρθρα που γράφτηκαν για τον Δ. Λιαντίνη.

Πολιτική είναι μια πράξη με αντίκρυσμα κοινωνικό, μια πράξη η οποία λόγω της φύσης, του τρόπου με τον οποίο εκτελείται ή ακόμα λόγω των συνεπειών και των αλληλεπιδράσεών της κατέχει έναν χαρακτήρα συλλογικότερο, που καλείται να ξεπεράσει την ατομική ή ομαδική φιλοδοξία.

Ετούτα ίσως να μπορούν να ειπωθούν με χαρακτήρα πιο ακαδημαϊκό, μα είτε έτσι είτε αλλιώς, ως τέτοια θα πρέπει να λογίζεται μια πράξη πολιτική. Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς πως ουδεμία από τις πράξεις και τις δράσεις του σύγχρονου ανθρώπου δεν είναι λιγότερο πολιτική, δεν διαθέτει δηλαδή λιγότερη ικανότητα να επιδράσει με τρόπο πομπώδη επάνω στο σώμα της κοινωνίας, να το διαβρώσει, να αφήσει πληγές ή σε περιπτώσεις σπανιότερες και κρισιμότερες να μεταβάλει τον ορίζοντα και την κατεύθυνσή της. Όμως, συνιστά μια ανομολόγητη πεποίθηση πως πάντοτε η ποιότητα, ο τρόπος μιας πράξεως ίσως να την αναδεικνύει σε ένα σημείο υψηλότερο από τη γνώριμη θέση των υπολοίπων. Πρόκειται για τις υψηλές, πολιτικές πράξεις των οποίων το μέγεθος συνήθως υπερβαίνει κατά πολύ το πρόσωπο, το οποίο τη διέπραξε, ακόμα και το περιεχόμενό της το ίδιο.
Η περίπτωση της οικειοθελούς αποδημίας του Δημήτρη Λιαντίνη συνιστά μία από εκείνες τις πράξεις με την πολλαπλή αλληλεπίδραση σε έναν ικανό αριθμό τομέων της κοινωνικής ζωής. Η πράξη του αυτή, αποτέλεσε μια πράξη πολιτική, καθώς δεν ήταν προϊόν εξαναγκασμού, μα μία απόφαση παρμένη κατόπιν ωρίμου σκέψεως, σχεδιασμένη εις το έπακρο. Θα αναρωτηθεί κανείς σε τούτο το σημείο και δικαίως θα το πράξει, αν τάχα η πράξη του Λιαντίνη, αποτέλεσε μια πράξη με ουσία και ενδιαφέρον για την κοινωνία, αν μετέβαλε κατά το ελάχιστον την κατεύθυνσή της, αν έθεσε έναν νέο ορίζοντα στις ασφυκτικές ενατενίσεις μας. Η απάντηση για πολλούς ίσως συνιστά μια εύκολη υπόθεση, η άρνησή τους όμως θα είναι αποτέλεσμα ενός πρόχειρου υπολογισμού με κριτήρια ατομικά, προσωπικά δηλαδή. Διότι αν κανείς συλλογιστεί πως ο Λιαντίνης με την πράξη του αποκάλυψε μία διαφορετική, υπαρξιακή πορεία, αν σκεφθεί κάποιος πως η απόφασή του πρότεινε έναν άλλο δρόμο προς το θάνατο, μια απόδραση από το πεπρωμένο, αν αναλογιστεί τη στέρεα βάση ενός έργου που τέθηκε στο φως της μελέτης, με σαφείς αναφορές στην ελληνική συλλογικότητα, τότε θα πρέπει να αναθεωρήσει ευθύς την αρχική του άποψη.
Ο Δημήτρης Λιαντίνης αρνήθηκε να εκτεθεί στην οριζόντια επέκταση του χρόνου, αρνήθηκε να υποκύψει μοιρολατρικά στο ξόδεμα του καιρού, η στάση του, η φιλοσοφική της βάση ήταν αρκετή για να του αποδώσει το χαρακτηρισμό ενός ανθρώπου αναρχικού, ικανού να δομήσει, σε αντίθεση με τα σημεία τούτων των δικών μας καιρών, μια φιλοσοφική σκέψη, στέρεα υποδομή των επιλογών του. Ο Λιαντίνης αρνήθηκε να υποκύψει στην πιο βέβαιη και αναπόδραστη μοίρα, εκείνη του θανάτου, αποστασιοποιήθηκε από τέτοιες αφορμές ήττας και διαχειρίστηκε, πέρα από θεσμούς με βαρύνοντα λόγο, ακόμα και στο τόσο προσωπικό ζήτημα του θανάτου, με τον πιο επαναστατικό τρόπο την ατομική του ελευθερία. Περί τούτου πρόκειται, λοιπόν. Ο Λιαντίνης αισθανόταν και έπραττε ως ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος. Το έργο του αντικατοπτρίζει διάφανα τη στάση του αυτή, η οποία προέβλεπε την απαξίωση του σύγχρονου ελληνισμού, τη βαθύτατη αποδόμησή του από μία «λατρευτική», σχεδόν αποδοχή των δυτικών προτύπων, προέβλεπε ακόμα μια ενσυνείδητη στροφή προς τις αρχαίες, ελληνικές διδασκαλίες, γεγονός που στοίχισε την περιφρόνησή του από τους μαχητικούς και δογματικούς κόλπους της ελλαδική εκκλησίας. Η ανατολική του προέλευση δεν τον εμπόδισε να αντικρύσει με ψυχρότητα την καταγωγή του, να κρίνει τον τόπο του, την πατρίδα του, να καυτηριάσει με έναν λόγο, βαθύτατα ελληνικό, χιουμοριστικό άλλοτε, μα εκκωφαντικά, τραγικό την ίδια στιγμή την ελληνική πραγματικότητα.
Ο Δημήτρης Λιαντίνης ενταφιάστηκε στον Ταΰγετο. Η κρύπτη του τάφου του ευρέθηκε, κατόπιν ενδελεχών ερευνών. Τα οστά του τοποθετήθηκαν σε μνήμα σε προάστιο της Κορίνθου. Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε ο μύθος, με τον οποίον ταλανίστηκε για εύλογο, χρονικό διάστημα η κοινή γνώμη. Το έργο του παρέμεινε όμως σιωπηλό, ανεκμετάλλευτο. Η περίπτωσή του μοιάζει κατά τρόπον, με εκείνη του Αξελού, για τον οποίο η ελληνική πραγματικότητα προέβλεπε το αγγελτήριο του θανάτου του, υπονοώντας μια μορφή λύτρωσης για το χαμό κάποιου που θα μπορούσε να συντρίψει τη στρεβλή, ελληνική πραγματικότητα, ενός που διέθετε το ενστικτώδες προτέρημα της σκέψεως. Ίσως έπειτα από χρόνια, βρεθεί κάποιος φωτισμένος νους, που με τόλμη και παρρησία θα καταστήσει την κρύπτη του Λάκωνα στοχαστή εστία φωτός, ελληνικού, μεταφυσικού, σύνδεσμο της φυσικής, λαμπρή θεώρησης του κόσμου, με την οποία ο αρχαίος πρόγονος ερμήνευσε ψύχραιμα και με ευρύτητα το περιβάλλον του. Ο θάνατος για τον Λιαντίνη υπήρξε μια δοσμένη αφορμή εκ μέρους του ίδιου. Ουδείς εννόησε λοιπόν την πράξη του;

Του Απόστολου Θηβαίου. http://www.24grammata.com/?p=32450

Eκλεισαν πέντε χρόνια από την εξαφάνιση του Λιαντίνη το θέρος του 1998.

Aυτό το «μεταθανάτιο» έργο, που εκδόθηκε από τα κατάλοιπά του, εκτός από τη «μεταγραφή», προσφέρει γενναία συμβολή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνική και φιλοσοφική κριτική με την ανάλυση του ποιητικού έργου «Oι ελεγείες του Duino» («Duineser Elegien») του Pάινερ Mαρία Pίλκε, που το 1926 σε ηλικία 51 χρόνων τον βρήκε η mors immatura, η εκλεκτή, όπως τη θεωρούσε ο Λιαντίνης, μοίρα του πρώιμου θανάτου, που δεν απέχει πολύ από την «ευτυχισμένη καταστροφή» της Virginia Woolf. Tιμώντας τον Γερμανό ποιητή ως τον ποιητή της τραγωδίας του ευρωπαϊκού πνεύματος, τον τιμητή του λάθους, τον απολογητή του πόνου και τον χρησμωδό του μελλοντικού δρόμου, ο Λιαντίνης ενισχύει αποφασιστικά την παμπάλαιη εκδοχή, ότι ποιητικά ο άνθρωπος ορίζεται ως ελεγεία.

Tο παρόν βαρυσήμαντο έργο αποτελεί το κατά σειράν έκτο του «αναληφθέντος» εκλεκτού συναδέλφου και ακριβού φίλου (ίσως και ιδανικού αυτόχειρα) Δημήτρη Λιαντίνη, μετά το «Xάσμα σεισμού» (Σολωμός, 1977), το «Nηφομανή» (Σεφέρης, 1982), το «Πολυχρόνιο» (Στοά και Pώμη), τα «Eλληνικά» (Eλλάδα, 1992) και την «Γκέμμα» (1997). Eκτός από μακρά εύχυμα Προλεγόμενα για τον ελληνικό πεσιμισμό και τον Pίλκε ως Eυρωπαίο φιλόσοφο, αποτελείται από δύο μέρη: I. Tο οντολογικό και το ηθικό πλαίσιο των ελεγειών του Duino, σε τέσσερα κεφάλαια, όπου ξεχωρίζουν «O πόνος του κόσμου» και το «Δακρυόεν γελάν», σε σχέση με την ελεγεία, και «H αρχιτεκτονική των ελεγειών του Duino και ο ρυθμός της ζωής», με αποκορύφωμα «Tο αέτωμα του έργου» και II. «Tα θέματα των ελεγειών του Duino».

Tα τέσσερα επίσης κεφάλαια του δεύτερου μέρους (1. «O άγγελος», 2. «O άνθρωπος», 3. «O ίμερος» και 4. «O θάνατος») ακολουθούνται από Eπιλεγόμενα, Mετάφραση, Σχόλια, Bιβλιογραφία και Πίνακα Oνομάτων. Πρόκειται σαφώς για το πιο φιλολογικά άρτιο έργο του Λιαντίνη, έξοχου φιλόσοφου της ποίησης ή ποιητή της φιλοσοφίας στη σκιά του Aκραγαντίνου Eμπεδοκλή.

Λίγα πράγματα τώρα για το φαινόμενο Λιαντίνη. O Λιαντίνης ήταν και αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Aθηνών: ιδιόρρυθμος, σθεναρός, ποιητικός, βαθύς, φιλοσοφημένος και αμετάπειστα πεισιθάνατος.

Oλιγόλογος, σταράτος, ουσιώδης, είχε όλες τις αρετές του ιδανικού ανθρώπου κατά Πλάτωνα: Mνήμων, ευμαθής, εύχαρις (ναι, εύχαρις, αν και μελαγχολικός), φίλος τε και συγγενής ανδρείας, σωφροσύνης, αληθείας και δικαιοσύνης. Nαι, τα είχε όλα, και τα οχτώ! Tο διάβημά του είναι μια δραματική διαμαρτυρία για την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, για την αλλοίωση των γραμμών και των προοπτικών της ελληνικής ψυχής και άλλα κρίματα και ντροπές. Tα λέει όλα στο τελευταίο του, πριν πεθάνει, βιβλίο «Γκέμμα».

Θα έκλεινε τα 56 του χρόνια (14 Oλυμπιάδες, σαν τον Eμπεδοκλή) στις 23 Iουλίου του ίδιου χρόνου, όταν «ανελήφθη». Για την έμμονη ιδέα του, ότι οφείλουμε να βρούμε τον θάνατό μας γεροί, πριν γεράσουμε και προλάβει να μας βρει εκείνος εξαθλιωμένους, όπως έκαναν οι αρχαίοι στωικοί φιλόσοφοι, είχαμε συζητήσει οι δυο μας κατ’ επανάληψιν. Tου είχα πει ότι αντί «να κάνουμε τη ζωή μελέτη θανάτου» και τελικά θάνατο, να αντιστρέψουμε την πλατωνική οδηγία (η οποία μάλιστα σταματάει εκεί όπου κλείνουν τα εισαγωγικά) και «να κάνουμε τον θάνατο μελέτη ζωής και τελικά ζωή», π.χ., με εθελοντική αιμοδοσία.

«Eφυγε» με έναν τρόπο που έχει ονομαστεί «ανάληψη», σαν να ανελήφθη στους ουρανούς, όχι βέβαια με κανένα θαύμα, αλλά «ως εάν» («als ob»), όπως ο Oιδίπους στο φερώνυμο έργο του Σοφοκλή στον Kολωνό, όπως ο Eμπεδοκλής που ρίχτηκε στον κρατήρα της Λίτνας με τη λάβα και όπως ο Elder States-ma(O Σεβάσμιος Πολιτικός) του Eλιοτ. Aπέφυγε την κηδεία, ζήτησε ακηδία. Aφησε ένα σπαραχτικά αξιοπρεπές, αρχαιοελληνικού ήθους, γράμμα στην κόρη του Διοτίμα και δι’ αυτής στους λίγους φίλους του.

Kαι αν ακόμη ζει εδώ σε αυτόν τον κόσμο, ο Λιαντίνης έστω και προθετικά, έστω και ειρωνικά, έδωσε σε όλους του μήνυμά του. Eκανε βέβαια τους μικρούς (σε όλους τους) να τον αντιπαθήσουν ακόμη περισσότερο. Tο έργο του τα λέει όλα και εξηγεί την αηδία, την οργή και τη διαμαρτυρία του, για έναν κόσμο άκοσμο, για έναν βίο αβίωτο, που όμως είναι το καθαρτήριό μας πριν από τα Hλύσια Πεδία.

(άρθρο στην εφημ. Καθημερινή)

Tου Aνδρέα Παναγόπουλου, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

Εισαγωγικό σημείωμα

Η φιλοσοφία ως μελέτη θανάτου εισάγεται την εποχή του Πλατωνικού έργου «Φαίδων». Ήδη από την εποχή των Προσωκρατικών όμως, με πρωτεργάτες τον Αναξίμανδρο και τον Ηράκλειτο, οι έννοιες του πολέμου, της φθοράς και της διαρκούς προσπάθειας των στοιχείων της φύσης να επικρατήσουν το ένα στο άλλο ή να αλληλοεξουδετερωθούν, φέρνουν το θάνατο ως κύριο παράγοντα καθορισμού της εξελικτικής πορείας της φύσης.

Το ευρύτατο εννοιολογικό περιεχόμενο της έννοιας του Θανάτου κάνει σχεδόν αδύνατη την προσπάθεια μιας ενδελεχούς φιλοσοφικής αναζήτησης. Για το λόγο αυτό, η παρούσα εισήγηση μελετά συγκεκριμένα το πρόβλημα της Αυτοκτονίας ή αλλιώς Αυτοθέλητης εξόδου(σε ηθικό κυρίως επίπεδο) μέσα από τα έργα του Δημητρίου Λιαντίνη.

Πώς στοιχειοθετείται φιλοσοφικά η πράξη της Αυτοθέλητης Εξόδου; Σε ποιες περιστάσεις δύναται ο άνθρωπος να σταθεί απέναντι στο μεγάλο δίλημμα της απόλυτης άρνησης και της απόλυτης κατάφασης; Υπάρχει ασφαλής ηθικός κανόνας προς υιοθέτηση που να αντέχει στο χρόνο και τις περιστάσεις; Γιατί ο Δημήτρης Λιαντίνης είναι πρόσφορο έδαφος για να αναζητήσουμε τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα της ύπαρξης;

Η παρούσα εισήγηση αποτελεί το πρώτο μέρος μιας φιλοσοφικής εργασίας πάνω στο ηθικό πρόβλημα της Αυτοκτονίας. Σύντομα αναμένεται να είναι προσβάσιμη ολόκληρη η εργασία περί του ηθικού προβλήματος της Αυτοκτονίας, υπό το πρίσμα πηγών από την ελληνική και παγκόσμια βιβλιογραφία.

Ο θάνατος είναι το μοναδικό βέβαιο και αναλλοίωτο χαρακτηριστικό στοιχείο του ανθρώπου που βρίσκεται εν δυνάμει στην εσωτερικότητά του. Η μελέτη του είναι απαραίτητη για την ανθρώπινη φύση: «Οι ορθώς φιλοσοφούντες αποθνήσκειν μελετώσι»

Του Παναγιώτη Πέρρου. Εισήγηση στο Μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης Ηθικής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ολόκληρη η εισήγηση στο http://www.liantinis.org/parousiasi/

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο «Στίχος Παιδαγωγός» του Ηλία Αναγνώστου*

α. “Γης παις ειμί και ουρανού αστερόεντος,
αυτάρ εμοί γένος ουράνιον. τόδε δ’ ίστε και αυτοί.
Διψίη δ’ ειμί αύη και απόλλυμαι. Αλλά δότ’ αίψα
ψυχρόν ύδωρ προρρέον της Μνημοσύνης από λίμνης”.

“Παιδί της γης είμαι και του έναστρου Ουρανού˙
το γένος μου είναι βεβαίως ουράνιο.
Αυτό το γνωρίζετε και οι ίδιοι.
Φλέγομαι από την δίψα μου και χάνομαι˙
δώστε μου γρήγορα κρύο νερό
που αναβρύζει από τη λίμνη της Μνημοσύνης”

Κείμενο από την πινακίδα της Πετηλίας
(Petilia Policastro) της Ιταλίας

ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ κέντησαν τους ουρανούς με τα φωτεινά ξόμπλια των ελληνικών μύθων[1]. Στο μυχό του θόλου τοποθέτησαν σαν πελώριο ζυγωματικό παλιάς ιεροδούλου[2] την Περσεφόνη, ν’ αυγάζει το λευκό[3] της χέρι κρατώντας τον κίτρινο Στάχυ.
Από τούτο το χερσοτόπι του στερεώματος κίνησε ο νους του σύγχρονου ανθρώπου τις βυθοσκοπήσεις του στη σκοτεινάγρα του συμπαντάρχη Πλούτωνα[4]. Σήμερα υπολογίζεται, ότι η “σκοτεινή” ύλη(;) και ενέργεια, άγνωστη ακόμα στην κατανόησή μας, αποτελεί το 96% της σύνολης ύλης και ενέργειας του Σύμπαντος. Το υπόλοιπο, το μόλις 4%, όλα δηλαδή τα σμήνη, τα πελάγη, τα αρχιπελάγη και οι ωκεανοί των γαλαξιών με τα “πυκνώματα” των μετεώρων –τα “συμπαντικά νησιά” όπως τα φαντάστηκε ο Καντ[5], είναι “γνωστό” και “ορατό” στην εποχή μας, είτε με τα φυσικά, είτε με τα “τεχνητά” μας μάτια. Σε κάποια παρυφή του “ορατού” αυτού χώρου στροβιλίζεται και η δική μας “πύκνωση”, ο δικός μας Γαλαξίας[6]. Στην άκρη άκρη του και το δικό μας άστρο, σαν μια σταγόνα γάλακτος, που τινάχτηκε απ’ τον μαστό της Ήρας, όταν η θεά κατάλαβε, ότι θηλάζει το νόθο γιο του συζύγου της, τον Ηρακλή. Κάπου εκεί και η δική μας Γαία. Αλλά… έχει τη μέση της και η άκρη-άκρη[7]. Στο μεσοστράτι της ζωής της την υπολογίζει το ληξιαρχείο της εξέλιξης τη μητέρα του αστερόεντος Ουρανού, παρ’ όλα τα 4.500.000.000 περίπου χρόνια, που κουβαλάει στη ράχη της. Στο τυλιγάδι του χρόνου, και για τις 3.250.000.000[8] περίπου πρώτες περιστροφές γύρω απ’ το άστρο της (το 72% της ζωής της), άγρια ’γγρίζονταν η ευρύστερνη ζωοτόκος. Κοιλοπονούσε κοιλάδες, ώδινε ζώφυτους βουνούς και ζωφόρους πόντους. Στο ξετύλιγμα του κουβαριού οι έριδες, οι απάτες, τα χουνέρια και τα γέλια[9] των αθανάτων, έπλασαν ένα χωμάτινο ζώπυρo, αλλ’ όμως …θνητό θηλυκό. Να πώς έχει το παραμύθι, αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι[10], της δημιουργίας μιας θνητής από πηλό στην ελληνική.

“Ως έφατ’, εκ δ’ εγέλασσε πατήρ ανδρών τε θεών τε˙
Ήφαιστον δ’ εκέλευσε περικλυτόν ότι τάχιστα
γαίαν ύδει φύρειν, εν δ’ ανθρώπου θέμεν αυδήν
και σθένος αθανάτης δε θεής εις ώπα είσκειν
παρθενικής καλόν είδος επήρατον”.

“Έτσι σαν είπε, το ’ριξε στο γέλιο των ανθρώπων και των θεών ο πατέρας˙ και πρόσταξε τον ξακουστό τον Ήφαιστο, όσο μπορούσε πιο ταχιά να σμίξει χώμα με νερό, να βάλει μέσα ανθρώπινη φωνή και δύναμη ζωής και πλάσμα, που να μοιάζει στη θωριά με τις αθάνατες θεές να κάμει, κορμί ωραίο και λαχταριστό μιας κοπελιάς παρθένας”
(Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, στ. 59-63, Μετ. Παναγή Λεκατσά)

Κι η άλλη ελληνογενής εκδοχή του “παραμυθιού”, που πέρασε στη διανόηση της Εσπερίας από τον Γάιο Ιούλιο Υγίνο (Hyginus) και το δίνει με παραστατικό τρόπο ο Λιαντίνης στη Γκέμμα του. Αντιγράφω με την ανάμνηση των στιγμών της αφιέρωσης[11].
“Εκαθότανε μια φορά κοντά στα βούρλα, δίπλα σε μια πηγή, η Μέριμνα. Cura τη νε γράφει ο λατίνος μυθοποιός. Κι εμείς οι νεοέλληνες, ή ελληνοεβραίοι αλλιώς, τη νε λέμε Φροντίδα, ή Έγνοια.
Η Μέριμνα εσύμπαιζε στα δάχτυλά της τον πηλό.
Και με το χάζι και το παίζοντας έπλασε ένα αγαλματάκι. Εστέκονταν και το θωρούσε.
Περνάει τότε από μπροστά της ο Δίας, ο Jupiter. Και τη νε βλέπει με το παιχνίδι της.
–Καλώς τα πολεμάς, βασσιλαρχόντισσα, τη χαιρετάει.
–Καλό να ’χεις, κι η αφεντιά σου, τον αντιχαιρετάει.
–Και σαν τι τάχατες καμώματα σκαρώνεις αυτού δα;
–Να! του λέει η Μέριμνα. Επιάστηκα να κάμω ένα πλασματάκι. Αλλά το καημενούλι μου είναι ξερό και άλαλο. Εσύ, που ’σαι ο άρχος κι ο ταγός σε ούλα, κάμε να το φυσήξεις. Να ψυχωθεί και να μιλήσει. Για να σε προσκυνάει ύστερα.
–Μετά χαράς, αρχοντοπούλα μου, της απαντάει ο Δίας. Πιάνει, φυσάει τη λάσπη. Κι αμέσως το πλάσμα εζωντάνεψε.
Καθότανε κι οι δύο, και χαίρουνταν το έργο τους.
–Και πώς να το βαφτίσουμε; ρωτά η Μέριμνα. Λέω να του δώσω τ’ όνομά μου. Εγώ δεν το ’πλασα;
–Όχι, και να σου λείπει η χάρη! της κραίνει ο Δίας. Το δικό μου τ’ όνομα θα δώσουμε. Γιατί εγώ του φύσηξα ζωή.
Έτσι, πιάστηκαν οι δυο θεοί, και τράβαγαν, ο ένας από δω ο άλλος από κει. Δεν έβρισκαν την άκρη. Τότε σηκώνεται από τα χώματα η Γη, η Humus, και με το στόμα του Κρόνου, του Saturnus, δικάζει, και δίνει τη λύση.
–Ούτε το δικό σου, ούτε το δικό σου. Το δικό μου όνομα θα λάβει, εδίκασε. Εσύ, Μέριμνα, που το ’πλασες, θα το δυναστεύεις και θα το κατέχεις σε όλη του τη ζωή. Εσύ, Δία, που του ’δωκες ζωή και γνώση, θα το οδηγάς και θα πλουταίνεις το μυαλό του. Για να σε δοξολογά, και να σε σέβεται. Κι όταν θα πεθαίνει, η πνοή του θα γυρίζει σε σένα. Το όνομα όμως θα το λάβει από μένα. Γιατί από δικά μου στοιχεία συντελέστηκε. Εξ ων συνετέθη. Έτσι θα λένε. Και σαν στερέψει ο χρόνος που του ορίστηκε, πάλι σε μένα θα ξαναγυρίζει. Και εις γην απελεύσει. Έτσι θα λένε. Από μένα λοιπόν, τη Humus, θα το φωνάξουμε homo. Που πάει να ειπεί άνθρωπος”[12].
Κάποια τέτοια είναι η στιγμή της εξέλιξης, που η πρώτη ύλη, το νερό και το χώμα, δημιουργούν τη θωριά και το σθένος, “κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν” των αθανάτων. Είναι η στιγμή της “άλλης” έκρηξης, του “άλλου” Bing-Bang, βιολογικού αυτή τη φορά. Είναι η στιγμή του πρώτου ερωτήματος (“τι”; “γιατί”; “πώς”; “ποιος”; “πότε”;); που εξέπεμψε το πρώτο φωτόνιο συνείδησης. Είναι η στιγμή, που ένα μαστοφόρο εγκαταλείπει τον παράδεισο της άγνοιας και δρασκελάει στη συναρπαστική στράτα τής δοκιμασίας προς τη γνώση. Για 2.300.000 περίπου χρόνους (το 94% της παρουσίας του) οι Ώρες προίκιζαν το δημιούργημα του πηλοπλάστη Ήφαιστου με τα Δώρα τους. Τις πρώτες μέρες “σκυφτός” (homo habilis τονε λένε οι ανθρωπολόγοι), ψωμοζήτης και χερομάχος, θ’ ακονίζει τα ξύλα και τις πέτρες. Αργότερα “όρθιος” (homo erectus) θα προσπαθεί να ζεστάνει το κορμί του πολώνοντας τις σπίθες των δενδριτών του. Στη ζάλη[13] των 165.000 επόμενων ενιαυτών (το 6,6% της παρουσίας του) οι δενδρίτες απλώνουν, δασώνουν και φουντώνουν στην κάψα του κρανίου του. Μαζί τους φουντώνουν κι οι φλόγες απ’ τους κεραυνούς των spikes[14] και πυρώνει το καμίνι στην κεφαλή τού Εννοσίγαιου[15]. Το σφυρηλατημένο στ’ αμόνι του Ηφαίστου σίδερο λυτρώνει την κεφαλή από τον πόνο και ξεπετιέται η παλλάς Α-θεο-νόα ή Η-θεο-νόα[16] Αθηνά, δηλ. η παλλόμενη Νόηση και η κυματόεσσα θεϊκή Σοφία.
Μόλις τα τελευταία 35.000 μόλις χρόνια, (το 1,4% της παρουσίας του περίπου), ο άνθρωπος υπάρχει ως ο Σοφότατος (homo sapiens sapiens) ετούτου του πλανήτη. Η διαφορά από τα άλλα έμβια στάθηκε το γεγονός, ότι μόνον αυτός εξελίχτηκε σε Homo Educandus. Αυτός, ο μόνος των ειδών, ως ανιών κατόρθωσε να μεταδίδει “πληροφορίες” και οι κατιόντες να μαθαίνουν τα εντελώς απόντα γεγονότα του παρελθόντος[17]. Κύριος φορέας της “πληροφορίας” σε κάθε εποχή, από τον καιρό του homo habilis ίσαμε σήμερα στάθηκε ο Δάσκαλος, στην όποια του εκδοχή. Και κύριος χώρος “μάθησης” στάθηκε το Σχολειό, στην όποια του μορφή. Γι’ αυτό, “χωρίς το Δάσκαλο και το Σχολειό θα μπορούσε να υπήρχε η ζωή αλλά δεν θα υπήρχε η ιστορία”[18].
Θηλυκές θεότητες θεάθηκε ο θεοθέτης λαός να θηλυκώνουν τις συνάψεις και να θυλακώνουν τη γνώση. Στεφάνωσε τους βοστρύχους της θηλυμελούς[19] αυτής ερμαγέλης[20] με ροδόδαφνα, με κισσόφυλλα, με βοτρύδια και με άστρα. Στην αρχή, το μελίφθογγο, καλλίκομο και καλλιστέφανο τούτο γυναικομάνι ο θεοεπής[21] λαός το μέτρησε ως τριάδα.
Με το μέτρο δηλ. του άμετρου ουρανού[22]. Με τον πρώτο τρίγωνο[23] αριθμό στη γλώσσα των μαθηματικών: Η Μελέτη με τη λύρα, η Μνήμη με τη βάρβιτο και η Αοιδή με τον αυλό στην Άσκρη της Βοιωτίας, την πατρίδα του Ησιόδου. Η Νήτη, η Μέση και η Υπάτη στους Δελφούς του μουσηγέτη Απόλλωνα ως χορδές της λύρας –που ηχούν ακόμα. Κι αλλού, η Κηφισσώ, η Απολλωνίδα, και η Βορυσθενίδα.
Άλλοτε πάλι τις μέτρησε ως τετράδα.
Με το μέτρο δηλ. της γης[24], το ασφαλές έδος των πάντων[25], τον πρώτο άρτιο τετραγωνικό αριθμό (22): Η Θελξινόη, η Αοιδή, η Αρχή, η Μελέτη, οι κόρες της νύμφης Πλουσίας και του Διός-Αιθέρος. Η Θελξιόπη, η Μνήμη, η Αοιδή και η Αρχή –ως αντίστοιχες των τεσσάρων διαλέκτων (Αττική, Ιωνική, Αιολική και Δωρική). Άλλοτε ως μέτρο ορίστηκε ο αριθμός των οδών της εμπειρικής γνώσης: Η Όρασις, η Ακοή, η Γεύσις, η Όσφρησις και η Αφή –οι ομώνυμες των πέντε αισθήσεων. Άλλοτε πάλι μετρήθηκαν ως επτάδα. Με τον αριθμό του συμβόλου της ενότητας του χώρου και του χρόνου[26]: Η Νειλώ, η Τριτώ, η Ασωπός, η Επταπόλη, η Αχελωίς, η Τιπόπλους και η Ροδία –αντίστοιχες των επτά χρωμάτων της Ίριδας ή των χορδών της λύρας του κυμαγωγού Φοίβου του φάους και επτά των φωνηέντων της ελληνικής γλώσσας ή των επτά πλανητών[27].
Η θηλυγονία αυτή επικράτησε τελικά ως εννεάδα.
Με τον τελευταίο αριθμό της πρώτης τάξης στο δεκαδικό σύστημα. Με τον τέλειο αριθμό τον προερχόμενο κατά τον Πλούταρχο από το τετράγωνο του πρώτου τρίγωνου περιττού αριθμού (9=33), ταυτόχρονα από το άθροισμα τoυ πρώτου τρίγωνου περιττού αριθμού και του πρώτου τρίγωνου άρτιου αριθμού (9=3+6=(2+1)+(1+2+3), συνάμα δε από τους κύβους των δύο πρώτων φυσικών αριθμών (9=13+23). Η Καλιχόρη, η Ευνίκη, η Ελίκη, η Θελξινόη, η Τερψιχόρη, η Ευτέρπη, η Εγκελάδη, η Δία, η Ευνόπη. Ο αριθμός αυτός, ίδιος με το πλήθος των γραμμάτων του ονόματος της μητέρας τους (Μ-Ν-Η-Μ-Ο-Σ-Υ-Ν-Η), “οριστικοποιήθηκε” στη συνείδηση του ποιητή-λαού και έγινε γνωστός και αποδεκτός σ’ ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο μέσω του τραγουδιού της Θεογονίας του Ησιόδου. Για τη γέννηση των εννέα αυτών Διδασκαλισσών λέει ο Ασκραίος μυθολόγος, ότι ο Ζευς μεταμορφωμένος σε ποιμένα για εννιά νύχτες είχε ερωτική συνομιλία με τη Μνημοσύνη την κόρη του Ουρανού και της Γαίας (“Εννέα γαρ νύκτας εσμίγετο μητίετα Ζευς”). Κι όταν οι μήνες κι οι ώρες γύρισαν, κι έφτασε το πλήρωμα του χρόνου (“ότε δη ρ’ ενιαυτός έην, περί δ’ έτραπον ώραι μηνών φθινόντων”) από τούτη τη θεογαμία είδαν το φως του κόσμου οι εννέα ομογνώμονες και καλλίφωνες Κόρες (“έτεκ’ εννέα κούρας ομόφρονας, ήσιν αοιδή μέμβλεται εν στήθεσιν, ακηδέα θυμόν εχούσαις”)[28].
Η δαφονστεφανωμένη Κλειώ, στο ρόλο τής αφήγησης του κλέους, με το ρολό της περγαμηνής στο ένα χέρι και στο άλλο με τη σάλπιγγα της ιστορίας ή την κλεψύδρα, η μάνα του Υάκινθου – θεραπαινίδα της επικής ποίησης. Η ιλαρή Θάλεια των θαλλών, της κόσμιας ανθρώπινης επιθυμίας και των συμποσίων με την κωμική μάσκα στ’ αριστερό της χέρι και τ’ αμπελόφυλλα στο κεφάλι, που γέννησε τους Κορύβαντες – θεραπαινίδα της κωμικής ποίησης. Η ψάλτρια του υμέναιου και του έρωτα Ερατώ με το τριανταφυλλένιο στεφάνι στο κεφάλι με τη λύρα και το τόξο του έρωτα στα χέρια, η μητέρα του Θαμύριδος – θεραπαινίδα της ερωτικής ποίησης. Η δωρήτρια της τέρψης Ευτέρπη με το διπλό αυλό, η μητέρα του Ρήσου – θεραπαινίδα της αυλητικής μουσικής τέχνης. Η εύγλωττη των πολλών ύμνων και η στοχαστική τής πολλής μνείας Πολύμνια, η σεμνή και η σοβαρή –θεραπαινίδα της ανάμνησης και της μιμικής. Η ευγενέστερη όλων με την καλήν “όπα” (φωνή) καλλιέπουσα Καλλιόπη με τη γραφίδα και το αβάκιο, το δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι και τον Όμηρο προσκυνητή στα πόδια της, μητέρα του Ορφέα, του Λίνου και του Υμέναιου –θεραπαινίδα του ηρωικού έπους[29]. Η τέρπουσα με το χορό Τερψιχόρη με τη λύρα, μητέρα του Βίστωνος – θεραπαινίδα του δραματικού χορού και της λυρικής ποίησης. Η χρησμοφόρος ουράνια Ουρανία με το αστεροειδές στεφάνι στα μαλλιά, τη σφαίρα στ’ αριστερά της και το διαβήτη της γεωμετρίας στο δεξί της χέρι – θεραπαινίδα της αστρονομίας και των ποικιλμάτων της οροφής[30]. Η μελπωδός Μελπομένη της μολπής του μέλους και της ωδής με τους κοθόρνους και την τραγική μάσκα, μητέρα των Σειρήνων – θεραπαινίδα της τραγικής ποίησης.
Κάθε όνομα κι από μια περιοχή του επιστητού. Όλες τους στην υπηρεσία τού “μανθάνω”, που στη γλώσσα μας σημαίνει την αναζήτηση, τη φροντίδα και την έρευνα[31]. Κι όλες τους παρούσες πρωτοπανηγυριώτισσες και νυμφαγωγοί σε γάμους και χαρές, όπως στο γάμο της Θέτιδας με τον Πηλέα στο Πήλιο ή της Αρμονίας με τον Κάδμο στη Θήβα, να τραγουδάνε τον υμέναιο.
Μέθοδός τους για τη θεραπεία και τη διατήρηση της ατομικής και συλλογικής μνήμης, η α-λήθεια του μελισμένου λόγου. Με μια προειδοποίηση όμως, για όσους θωρούν μόνο τα γανωτά κελύφη και τα στιλβά περιτυλίγματα:

“Ποιμένες άγραυλοι, κακ’ ελέγχεα, γαστέρες οίον,
ίδμεν ψεύδεα πολλά λέγειν ετύμοισιν ομοία,
ίδμεν δ’ εύτ’ εθέλομεν, αληθέα γηρύσασθαι”

“Χοντράνθρωποι τσοπάνηδες, κακές ντροπές ολόκορμοι,
κοιλιές μονάχα!
Ξέρουμε ψέμματα πολλά να λέμε όμοια μ’ αλήθειες,
μα ξέρουμε μαθές, αν θέλουμε κι αλήθειες να ιστορούμε”

Ησίοδος, Θεογονία στ, 21-23, Μετ. Παναγή Λεκατσά

Σχολειό τους τα σύδεντρα των ωραίων ορέων και οι πηγές των ιερών νεαρών υδάτων. Όπως το ιερό του Λείβηθρου στον Όλυμπο ή στον Ελικώνα κι όπως το ιερό της Πίμπλειας στο Δίον.
Σχολειό τους οι στεφανίτες αγώνες των Αγριωνίων στον Ορχομενό και οι στεφανηφόροι χοροί των “Μουσείων” στις Θεσπιές. Για εκεί που ξεκίνησε να πάει, παιδόπουλο ακόμα, ο Πίνδαρος από τη Θήβα, και στη μέση του δρόμου τον έπιασε ο ύπνος, κι οι προστάτιδες στείλανε τις μέλισσες κι έχτισαν τις κερήθρες τους στο στόμα του Ποιητή, για να τραγουδάει τα μελίρρυτα τραγούδια του: “Πίνδαρον δε ηλικίαν όντα νεανίσκον και ιόντα ες Θεσπιάς ώρα καύματος περί μεσούσαν μάλιστα ημέραν κόπος και ύπνος απ’ αυτού κατελάμβανεν: ο μεν δη ως είχε κατακλίνεται βραχύ υπέρ της οδού, μέλισσαι δε αυτώ καθεύδοντι προσεπέτοντό τε και έπλασσον προς τα χείλη του κηρού. Αρχή μεν Πινδάρω ποιείν άσματα εγένετο τοιαύτη” (Παυσανίας, Βοιωτικά, ΧΧΙΙΙ).
Στην Αθήνα σεργιανούν κάτω από τις βαθύσκιωτες πλατάνες του Ιλισού ως Ιλισιάδες και κάτω απ’ τα σύδεντρα του γήλοφου αντίκρυ στην Ακρόπολη –στον μετέπειτα Φιλοπάππου– ως Ορεάδες. Υπό την προστασία τους το πεδίο του Ακάδημου με το ναό του Διονύσου του Μελπόμενου στο κέντρο του κι αργότερα το Σχολειό “Το Μουσείον” στην Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων, που γονιμοποίησε τις γλώσσες της υφηλίου.
Τούτες οι νοητικές εποπτείες, οι Διογέννητες Μούσες, ορίστηκε να σώζουν από τον πνευματικό αφανισμό το ουράνιο γένος, να εξουδετερώνουν το έργο της Λήθης και να ξεδιψούν τα έλλογα δημιουργήματα τούτης της παμμήτειρας γαίας με το δροσερό νερό της μάνας τους, της Τιτανίδας Μνημοσύνης.

Σημειώσεις:
1. Για τη μυθολογία των άστρων βλ. στο βιβλίο των Καθηγητών Θεοδοσίου Σ. και Δανέζη Μ., Τα άστρα και οι μύθοι τους (Εισαγωγή στην Ουρανογραφία), Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 1998, σσ. 230.
2. Από το ποίημα του Ελύτη «Ο αγράμματος και η ωραία» στη Συλλογή Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό: “Κι όσο βαστούσε ο λογισμός της, ένιωθες, εξεχείλιζε την όψη που / έλαμπε με την πίκρα στα μάτια και με τα πελώρια, σαν παλιάς / Ιεροδούλου ζυγωματικά / Τεντωμένα στ’ ακρότατα σημεία του Μεγάλου Κυνός και της Παρθένου”.
3. Με το επίθετο της Ήρας (“λευκώλενο”) τηνε λέει ο Ησίοδος στον 913ο στίχο της Θεογονίας του, όπως ο Όμηρος την Ελένη, την Ανδρομάχη και τη Ναυσικάα.
4. Στον “Στάχυ της Παρθένου”, δίπλα από τον αστερισμό της “Κόμης”, για πρώτη φορά στα 1933 ο Fritz Zwicky υποπτεύτηκε την ύπαρξη της “σκοτεινής ύλης(;) και ενέργειας” του σύμπαντος.
5. Γραμματικάκης, Γ., Η Αυτοβιογραφία του φωτός, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2006, σ.356.
6. Ο Δημόκριτος ορίζει τον Γαλαξία (“Γαλαξίας εστί πολλών μικρών και συνεχών αστέρων συμφωτιζομένων αλλήλοις, συναυγασμός δια την πύκνωσιν”), όπως ακριβώς και η σύγχρονη φυσική.
7. Ελύτης Ο., Μαρία Νεφέλη.
8. Για την προϊστορία τού ανθρώπου και τις υποδιαιρέσεις της σε Εποχές βλ πρόχειρα, Αρχαία Ιστορία της Α΄ Γυμνασίου, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, ISBN 960-06-1915-8, Ο.Ε.Δ.Β., σ. 5
9. Ο καθηγητής Μ. Γ. Μερακλής στο βιβλίο του Η Οδύσσεια του Ομήρου, από τη σειρά «Τα Μικρά», Αρχαίοι Έλληνες Συγγραφείς [1], Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1996, σ. 65 κάνει μια σπουδαία παρατήρηση για τους Έλληνες Θεούς. Γράφει: «Ίσως οι αρχαίοι ελληνικοί θεοί είναι οι μόνοι που γελούν. Τουλάχιστον τόσο δυνατά. Και τόσο παρατεταμένα».
10. Ο 57ος στίχος της Ελένης του Σεφέρη.
11. Μου δόθηκε η χάρη να ’χω για φίλο και δάσκαλο στις ύστερες σπουδές μου τον σπουδαίο αυτόν Έλληνα. Στο κύκνειό του άσμα, τη Γκέμμα του, μου ’κανε την τιμή να μου αφιερώσει ένα κεφάλαιο, την “Κυκλώπεια”, όπου περιλαμβάνεται το παραπάνω κείμενο. Βλ. Λιαντίνη, Δ., Γκέμμα, Εκδόσεις Βιβλιογονία, Αθήνα 1997, σσ. 89-101.
12. Ο Λιαντίνης παραπέμπει στον Heidegger M., Zein und Zeit, αναφέροντας ότι το μύθο του Υγίνου για τη Μέριμνα ο Χάιντεγγερ τον έλαβε από τους Χέρντερ και Γκαίτε. Βλ. στο Λιαντίνης Δ., Γκέμμα, Εκδόσεις Βιβλιογονία, Αθήνα 1997, σ. 89 και σημ. 2 στη σ. 259.
13. Ζάλη: με την αρχαία έννοια της λέξης: ισχυροί άνεμοι, θύελλες, τρικυμίες.
14. Spikes: oι ηλεκτρικοί παλμοί, που προκαλούνται από την πόλωση και την εκ-πόλωση της μεμβράνης του νευρώνα με ταχύτητα 100m/sec περίπου, ο αριθμός των οποίων ορίζει τη “συχνότητα κένωσης” του νευρώνα. Για τη βιολογική βάση του φαινομένου της μάθησης βλ. τα βιβλία 1) των Kandel E., Schwartz J., Jessell Th., Νευροεπιστήμη και Συμπεριφορά μετ. Καζλαρής Χ. κ.ά., Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005, σσ. 800 2) του Kalat J., Βιολογική Ψυχολογία, Μετ., Επιμ. Καστελλάκης κ.ά., τ. Α΄&Β΄, Εκδόσεις Έλλην, Αθήνα 1999, και 3) Καφετζόπουλος Ε., Εγκέφαλος, Συνείδηση και συμπεριφορά, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1995, σσ. 228 και Κολιάδης, Ε., Γνωστική Ψυχολογία, Γνωστική Νευροεπιστήμη και Εκπαιδευτική Πράξη, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2002, σσ.638.
15. Εννοσίγαιος: αυτός με το πολύ μυαλό, προσωνύμιο του Δία. Ησίοδος, Θεογονία, στ. 456.
16. Ετυμολογία της Αθηνάς στον Κρατύλο του Πλάτωνα, 407b.
17. Cyrulnik B., Η γέννηση του νοήματος, μτφ. Κυριακόπουλος Γ. και Καλοχριστιανάκης Δ., Κάτοπτρο, Αθήνα 1995, σ. 119.
18. Για το ρόλο του δασκάλου στην ιστορία του ανθρώπου βλ. το Κεφάλαιο «Ίδε ο Δάσκαλος» στο Λιαντίνης Δ., Τα Ελληνικά, Εκδόσεις Βιβλιογονία, Αθήνα 1992, σσ. 13-27. Η λέξη “ιστορία” με την έννοια της φυσιογνωσίας, όπως την παραδίδει ο Ευριπίδης σε μια χαμένη τραγωδία του: “Όλβιος όστις της ιστορίας έσχε μάθησιν / μήτε Πολιτειών επί πημοσύνας / μήτ’ εις αδίκους πράξεις ορμών / αλλ’ αθανάτου καθορών φύσεως / κόσμου αγήρω / τις τε συνέστη / και όπη και όπως”. (Κλήμ. Αλεξ. Στρ., IV, 25, 157).
19. θηλυμελής = αυτός που τραγουδάει γλυκά.
20. ερμαγέλη = πολυτεκνία. Από τα πολλά παιδιά (αγέλη) που γέννησε η Ερμιόνη.
21. θεοεπής (θεσπέσιος ˂ θεός ειπείν) = αυτός που μιλάει όπως ο θεός ή αυτός που έχει εμπνευστεί από τον θεό.
22. Ο αριθμός τρία (3) συμβόλιζε τον Ουρανό. Βλ. στο βιβλίο του Mario Vitti, Οδυσσέας Ελύτης, Κριτική Μελέτη, Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1991, σ. 68, σημ. 12. Την πληροφορία αντλεί o Vitti από το έργο των J. Chevalier και A. Gheebrant, Dictionnair des symboles, τόμος δ΄, Παρίσι 1974, σ. 170 κ.ε..
23. Τρίγωνος στα μαθηματικά αριθμός ορίζεται εκείνος που προκύπτει από την πρόσθεση ορισμένων διαδοχικών αριθμών (3=1+2, 6=1+2+3, 10=1+2+3+4, 15=1+2+3+5+5 κτλ.).
24. Ο αριθμός τέσσερα (4) συμβολίζει τη γη. Βλ. στο βιβλίο του Mario Vitti, Οδυσσέας Ελύτης, Κριτική Μελέτη, Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1991, σ. 68, σημ. 12. Την πληροφορία αντλεί o Vitti από το έργο των J. Chevalier και A. Gheebrant, Dictionnair des symboles, τόμος δ΄, Παρίσι 1974, σ. 170 κ.ε..
25. πάντων έδος ασφαλές (αιώνιο στέρεο βάθρο) ονομάζει τη γη ο Ησίοδος στη Θεογονία του (στ. 117).
26. Ο αριθμός επτά (7) είναι χαρακτηριστικός της λατρείας του Απόλλωνα δηλώνοντας την αυτεπάρκεια του ατόμου, όπως τη συναντάμε και στον ανδρογύνη. Βλ. στο βιβλίο του Mario Vitti, Οδυσσέας Ελύτης, Κριτική Μελέτη, Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1991, σ. 68, σημ. 12. Την πληροφορία αντλεί o Vitti από το έργο των J. Chevalier και A. Gheebrant, Dictionnair des symboles, τόμος δ΄, Παρίσι 1974, σ. 170 κ.ε..
27. Για τις γενεές των Μουσών βλ. στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ηλίου στο Λήμμα “Μούσαι”.
28. Ησίοδος, Θεογονία, στ. 58-64.
29. Η σύνδεση του ονόματος της κάθε Μούσας μ’ ένα ορισμένο λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό είδος δεν είναι αρκετά σαφής από τις πηγές και από εποχή σε εποχή ή από τόπο σε τόπο ποικίλει. Σε κάθε περίπτωση σημασία είχε εκφορά του λόγου. Η αδιαίρετη δηλ. ενότητα λόγου και μέλους (άδειν και λέγειν λυρικά, άδειν και λέγειν επικά κ.ο.κ.).
30. Ο Πλάτων ονομάζει τ’ αστέρια “οροφής ποικίλματα”
31. Ελληνική Μυθολογία, γενική εποπτεία Ι.Θ. Κακριδή, τ. Β΄ («Οι Θεοί»), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα χχε, σ. 266.

* «Κάποια στοιχεία από το αρχείο μου το κρατά ως ιδιοκτησία ο Ηλίας Αναγνώστου» – Δημήτρης Λιαντίνης

“Διό και ο φιλόμυθος, φιλόσοφος πως εστίν, ο γαρ μύθος σύγκειται εκ θαυμασίων.” – Αριστοτέλης «Μετά τα Φυσικά»

Σε Πλατωνικούς όρους, η ερμηνεία μετουσιώνεται: «Ο εραστής του μύθου είναι κατά μία έννοια φιλόσοφος, γιατί ο μύθος συντίθεται από θαύματα». Η Πλατωνική θεώρηση, είναι η πλέον αρμόζουσα στην κατανόησή της, επειδή εγγίζει τα όρια της αδυνατότητας (Ιmpotence) του Λόγου, το ορόσημο όπου το επιστητό δεν γίνεται επιστήμη. Θαυμάζουμε, αυτό που υπερβαίνει τη γνωστική αντίληψη του μέτρου, και εναντιώνεται στη συμβατική βίωση του «κανονικού». Ο πλατωνικός μύθος «ανευρίσκει» τον ομφάλιο λώρο μας με το Όν, που αποκόπηκε με αντάλλαγμα την ελευθερία.
Ο Πλάτων χρησιμοποιεί τον ρηματικό τύπο της λέξης-θαύματα- γιατί δίδει έμφαση στον φορέα της ενέργειας. Ταυτόχρονα, στον λανθάνοντα ερωτισμό της φράσης, τονίζεται εμμέσως και η απαρχή της φιλοσοφίας:
«… μάλα γάρ φιλοσόφου τούτο το πάθος, το θαυμάζειν. ου γάρ άλλη αρχή φιλοσοφίας ή αύτη»
(Πλάτωνας, Θεαίτητος 155d)
Η παρουσία του μύθου, συνδέεται νομοτελειακά με την «αναπαραγωγή» της γνωστικής συνείδησης, και την εγγενή αδυναμία ερμηνείας της φυσικής τάξης στην αυγή της οντολογικής καταξίωσης του ανθρώπου, μέσα στον μύθο περικλείονται τα αρχέτυπα της εξέλιξης και οι εμπειρίες που εβίωσαν οι προπάτορές μας.
Εξ ίσου στον μύθο, ανευρίσκεται και η «ευγενής πλάνη» που όρισε τον «Ήρωα» να μάχεται την αδυναμία, ισορροπώντας ενορμητικώς μεταξύ θνητότητας και αλήθειας, αγωνίας και ελπίδας, ως εν δυνάμει homo viator στην ταξιθέτηση της φυσικής αταξίας του ανθρώπου.
Κατάληξη, ο αναγκαίος και ικανός μεταπλαστός homo errans, που από την τραγικότητα του θεόθεν αλήτη, εξακοντίζεται στην αποθέωση της Αρετής. Ο Ηρωας ενσαρκώνει το «Εν» του Ηρακλείτου συνθέτοντας τον ίμερο με τον θάνατο, και συνδέοντας το όνομά του με κάποιον αστερισμό.
Εάν αναζητήσουμε στην πλειάδα των Ηρώων της ελληνικής μυθιστορίας, την αιτία των ενεργημάτων που οδηγεί στην πρόκληση της κατά Σοφοκλήν φθοράς, θα διαπιστώσουμε δύο εξακολουθητικές συστοιχίες ορμεμφύτων, και δύο συνακόλουθες απολήξεις που όσο και αν φαίνεται παράξενο, αποτελούν ουσιώδη απόρροια των ιδιοτήτων του νου.
Η πρώτη συστοιχία σχετίζεται με τη μορφοποιητική ικανότητα του πνεύματος, την δυνατότητα δηλαδή της σήμανσης και σύνθεσης των αισθητών πραγμάτων στη γνωστική διαδικασία. Η δυνατότητα αυτή, αποκαλύπτει τους περιορισμούς της ανθρώπινης ύπαρξης, στην μη πληρότητα των κτήσεων και στη γνώση της Αλήθειας. Η δεύτερη, σχετίζεται με την αναφορική ικανότητα του νου, την δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού, δηλαδή, στη συνεχή ρευστότητα της φύσης και της ζωής. Η διαδικασία αυτή δεν είναι παρά ο συνδυασμός θέσης και αντίθεσης, των γενεσιουργών του, κατά τον Ηράκλειτο, Ενός.
Από την προηγούμενη ανάλυση προκύπτουν δύο βασικά συμπεράσματα που αποκαθιστούν την Ελληνική «μυθιστορία» στην ορθή βάση. Σε αντίθεση δηλαδή με την υπερβατικότητα, θρησκοληψία, και εσωτερικότητα των μύθων της ανατολής, ο αρχαιοελληνικός μύθος ερείδεται στο ανθρωποκεντρικό οικοδόμημα που γέννησε τόσο τη φιλοσοφία, όσο και την τέχνη.
Το πρώτο συμπέρασμα είναι, ότι ο Ελληνικός « Ήρωας» γνωρίζει μεν αλλά δεν αποδέχεται. Η γνώση τον καθιστά έμφρονα, αλλά η άρνηση είναι αυτή που τον καταξιώνει. Η αθανασία αποτελεί την προνομία μόνο των θεών, αυτό είναι και ρητό και σαφές, αλλά συγχρόνως τον σκανδαλίζει, τον θέτει σε οντολογική δοκιμασία, τον προκαλεί τέλος, να συναντήσει την μοίρα του σε χρόνο και τόπο που αυτός θα ορίσει.
Το δεύτερο, είναι οτι το κίνητρο της μη αποδοχής, πηγάζει από την αρχέγονη ενοχή που θέλει τον άνθρωπο σημαδεμένο από την Οντική χειραφέτηση και την ατέλεια της καταγωγής του. Πράγματι, ο άνθρωπος καθώς και παν στη φύση, υπακούουν στην ηγεμονία των «ετερωνύμων».
Από τα δίπολα και τις ιοντικές ενώσεις των βιοχημικών διεργασιών μέχρι τις νοητικές επαγωγές και τα απεικάσματα των στοχασμών, όλα υπακούουν σε συνθήκες αναγκαίες και ικανές, όλα πορεύονται έχοντας ως πυξίδα το πρέπει και αρκεί, ως όλα, να ήταν μία διατεταγμένη, κατά τον Ευκλείδη, γεωμετρική κατασκευή.
Ο Ελληνικός ήρωας συνεπώς, βιώνει την αντίφαση –κατά την παράδοση των Ορφικών- που τον οδηγεί ανυπόδητο στην κόψη του σπαθιού και πάνοπλο τη στιγμή της Εξόδου. Κατά μία άποψη, Η «ευγενής» πλάνη στη θεωρία της ανάμνησης του Πλάτωνα, εξηγεί την καταθλιπτική διαδικασία που συντελείται προοδευτικά στην πορεία της πλειονότητας των ηρώων στην αρχαιοελληνική παράδοση. Η συνειδητοποίηση του φυσικού κακού, η αδυναμία εξάλειψής του, αλλά και η άρνηση αποδοχής του, οδήγησαν την Ελληνικότητα στη μετακύληση της ενοχής και του άχθους, στην τέχνη, δημιουργώντας τον τραγικό ήρωα και την αναπόφευκτη μελαγχολία του. Η αποκοπή από την ουσία, είναι μία εν δυνάμει «αναγέννηση» και όπως κάθε γέννηση, είναι τραυματική. Η αρχική οδύνη καταδείχνεται στην απάντηση του Σιληνού στο Μίδα, αλλά αναιρείται -κατά Nietzsche- στο χαρακτήρα του Ομηρικού Ήρωα (Γέννηση της Τραγωδίας). Η επιδίωξή τους είναι πάντα η χίμαιρα της αθανασίας, άρα η διάπραξη ύβρεως, άρα και η συνακόλουθη τραγικότητα. Ποιό είναι το στοιχείο της;
Η επιλογή να πράξουν αυτό που ήταν ταγμένο γι αυτούς ,εν αγνοίας τους.
Η διαπίστωση αυτή, αποτελεί και το αναμενόμενο τέλος, είτε με την έννοια του σκοπού, ή της κατάλυσης.
« Θα γίνει κανείς ό,τι είναι πλασμένος να γίνει, ό,τι επιβάλλει της ελευθερίας του το χρέος να γίνει, όταν ξεκινήσει από πολύ πιο πρώτες αφετηρίες και για πολύ πιο έσχατα τέρματα» (Homo Εducandus)
Η κατάθλιψη συνεπώς είναι αναπόφευκτη στα δρώμενα επί σκηνής, σε τρίτο πρόσωπο (βλέπω τον Αίαντα να αυτοκτονεί) -πάλι κατά τη γραφή του Δάσκαλου- αλλά επιτελείται η εξάλειψή της στους θεατές (κάθαρση). Η μετακύληση του φόβου του θανάτου, στο πεδίο της τέχνης στους Έλληνες δεν ήταν ούτε στιγμιαία, ούτε τυχαία. Αντίθετα, ήταν επακόλουθο της οδηγητικής προσταγής που όριζε ως προορισμό του ανθρώπου να ενστερνίζεται την Αρετή, και να εναγκαλίζεται την Ανδρεία, γι αυτό, μόνο η Ελληνικότητα διατύπωσε το ιδεώδες του Εσθλού.
« Η λέξη εσθλός έχοντας τη ρίζα της στο ρήμα ειμί σημαίνει εκείνον που ε ί ν α ι. Εκείνον που υπάρχει έξω από τις μεταβλητές του γίγνεσθαι, τις συνθήκες της ροής και τους όρους της κύκλησης.» (Homo Educandus)
Ανατρέχοντας στον Nietzsche, θα δούμε στη «Γενεαλογία της Ηθικής» να συνδέεται η ετυμολογική συγγένεια της λέξης εσθλός, με τον «αληθινό» διατυπώνοντας μία υπόθεση που σχετίζεται κατά τον συγγραφέα με την αρχαιοελληνική αριστοκρατία, θέλοντας να ενδύσει τις ιδιότητες των εννοιών με ταξικό περιεχόμενο. Κι ακόμα θα καταστεί φανερή, η διαστρέβλωση των εννοιών καλός, αρετή, ηθική από το εβραϊκό ιερατείο αρχικά, και το χριστιανικό αργότερα.
Το ιδεώδες του εσθλού, ενσαρκώνεται μόνο στον αρχαϊκό Ήρωα, που διακατέχεται από τον υπαρξιακό στασιασμό και την εφεκτικότητα αυτού που συνειδητοποιεί τη μοίρα του και δεν τη φοβάται. Μετά τον Nietzsche, εκείνος που αποκάλυψε την τραγικότητα του ήρωα, είναι ο Camus. Στο Σίσυφο, μπορούμε να βιώσουμε το «μαρτύριο» του ανθρώπου που είναι ελεύθερα πολιορκημένος, καταδικασμένος από τους θεούς μεν, αλλά συγκροτημένος, ακέραιος και όχι συντριμμένος. Όπως ο Προμηθέας στον Καύκασο, ο Ήρωας αναλίσκεται στην τιμωρία, αλλά διατηρεί ακέραια και αδιάβρωτη την ψυχή του επειδή ακριβώς περιβάλλεται την μοναδικότητα (ανωμαλία)-singularity- του εσθλού. Είναι προφανές, ότι ο «Ήρωας», με την αρχαϊκή σημασία, είναι ουσιαστικό κύριο και ουδέποτε προσηγορικό, με άλλα λόγια κανείς δεν μπορεί να «καταστεί» Ήρωας, κρινόμενος εξ αποτελέσματος ή από την έξωθεν καλή μαρτυρία, δεν αρκεί ο βίος και η πολιτεία κάποιου, ακόμα και αν αυτή κυριαρχείται από σωφροσύνη και εντιμότητα, ή γενναιότητα στη μάχη για να χαρακτηρισθεί έτσι. Η αρμόζουσα προσηγορία στην περίπτωση αυτή τεκμαίρεται αβιάστως από τη συνομιλία του Σόλωνα με τον Κροίσο, όπου ο πρώτος ανάγει τον χρηστό βίο σε αναγκαία συνθήκη, για την μεταθανάτια καταξίωση, και συμπυκνώνεται στη λέξη «μακαριστός» αποδίδοντας την ορθή σημασία της ενδοκοσμικής αθανασίας και όχι της στρεβλής και μεταξιωμένης που διδάσκει το Ιερατείο σήμερα.
Αυτή η μοναδικότητα του εσθλού, απορρέει από την αρχέγονη γνώση που θέλει τον Άνθρωπο μετέχοντα θείας μοίρας, με τίμημα την οντολογική του αφοσίωση στην ακροβασία μεταξύ φθοράς και αθανασίας. Αποτελεί τη φίλια διαμάχη του Παρμενίδη με τον Ηράκλειτο, δημιουργεί τη σύζευξη του Είναι και του Μηδενός, την εικονική στατικότητα της μεταβολής, την ηδονική βίωση της ένωσης του ρόδου με τη φωτιά που εκθέτει στα «κουαρτέτα» ο Eliot.
Είναι τέλος, ο καθορισμός νομοτελειακά των ορίων μεταξύ ανάγκης και ελευθερίας, όπως μας δίδαξε ο Αναξίμανδρος.
Κι αυτή η μοναδικότητα, του εσθλού εκφράζει και την ειδοποιό διαφορά με το κοινό γένος των ανθρώπων που τρίβονται στα καθημερινά κι ανούσια, που κι αν αξιωθούν από τη μοίρα να συμμετάσχουν στα δρώμενα, θα παραμένουν σκιές φευγαλέες, θα αφομοιωθούν από τα παράπλευρα απότοκα της Ύβρεως, με τις ψυχές τους
Που έγιναν ένα με τα κουπιά και τους σκαρμούς (Σεφέρης)
μη μπορώντας και μη θέλοντας να ερμηνεύσουν, το βλέμμα του Αχιλλέα, στον «πορφυρό» Σκάμανδρο, το νόημα της αυτοχειρίας του Αίαντα, το θρήνο της Εκάβης στο άψυχο σώμα του Αστυάνακτα
Ένθεν εκγελά οστέων ραγέντων φόνος (Ευριπίδης)
το παραλήρημα του μαινόμενου Ηρακλή, την «προδοσία» του Ιάσωνα στο dextrarum junctio με τη Μήδεια, τη δοκιμασία του Ορέστη στις Χοηφόρες,
Αλλά ποιος θεός ειδοποίησε τον Ορέστη να μη γεννηθεί από τον ατιμασμένο πατέρα και τη μοιχαλίδα μητέρα (Εξυπνον Ενύπνιον)
την καρτερία, τέλος του Οδυσσέα λίγο πριν τη μνηστηροφονία.
Οριοθετήσαμε την παρουσία του Ήρωα μεταξύ αυτού που είναι αληθινό και του πραγματικού, ανάμεσα στο αναγκαίο και το ανθρώπινο.
Το αληθινό προσδιορίζεται, προφέροντας το όνομά του, που προϋποθέτει γνώση της ουσίας του. Συνάμα, το όνομα χαρακτηρίζει και την καταγωγή άρα και την ex-ante επιλογή. Ο Ήρωας προεπιλέγεται από τη μοίρα, είναι επώνυμος και οφείλει να τιμήσει με τις πράξεις του το πεπρωμένο, έστω κι αν αυτό προδηλώνει τον αφανισμό.
Ο Οδυσσέας, μπροστά στην τερατώδη και γιγάντια μορφή του Πολύφημου, σαν σε κάτοπτρο, αντικρίζει το είδωλό του στην οιονεί ανυπαρξία, συνειδητοποιεί την πτώση του στο Μηδέν, γνωρίζει το αρχέγονο id και στο τέλος, με τη νίκη του μηδενίζει το Μηδέν και τότε αποκαλύπτει περήφανα το όνομά του,
τότε υψώνεται στο Είναι, παύει να είναι ο Ούτις και γίνεται ο επώνυμος και ο ενώνυμος,ο ορισμένος άνθρωπος (Έξυπνον Ενύπνιον).
Κατ’ αναλογία και η ερώτηση της σφίγγας δεν αποσκοπεί στην αποκάλυψη απλώς, των ζωικών ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο είδος, εκείνο που επιζητείται είναι το «όνομα» του ανθρώπου ως νοήμονος οντολογικής μοναδικότητας. Όταν ο Οιδίπους εκφέρει το «Άνθρωπον λέγεις», ονοματίζει το Αληθινό άρα γνώρισε, έμαθε πρέπει και να πάθει. Στην κορύφωση του δράματος ο Οιδίπους παρασυρμένος από τους ολοφυρμούς της θνησιγενούς ένεκα του λοιμού πόλης του, θα προκαλέσει την αλήθεια και η έκθεσή του στο φως, θα επιφέρει την αυτοτύφλωση.
Ο Ίκαρος, λυτρωμένος από τα δεσμά του λαβυρίνθου και παρακούοντας τις προσταγές του πατέρα του, θα πετάξει προς τον ήλιο. Δεν είναι αποκοτιά, αφροσύνη ή διανοητική αστοχία η πράξη του. Στον λαβύρινθο, πριν τον Θησέα, ο Ίκαρος θα «γνωρίσει» και αυτός το Μηδέν απέναντι στον θηριώδη Μινώταυρο, με τις καταστροφικές ενορμήσεις του και συγκρούσεις, αποζητώντας την αρχέγονη φύση του, στον ίδιο χώρο που δοκιμάστηκε αργότερα ο Θησέας. Τον πρώτο, σώζει λυτρωτικά η επίνοια της πατρικής μορφής, τον δεύτερο, εξ ίσου λυτρωτικά, ο έρωτας της Αριάδνης. Και οι δύο, γνώρισαν, έμαθαν πρέπει και να πάθουν. Το τίμημα, διαφορετικό μεν, αλλά κοινός όρος, η «απώλεια». Κατά μία έννοια, και η πτήση του Ίκαρου δεν είναι παρά η ανύψωση του ανθρώπου από το Είναι στο Υπάρχειν, στην προσπάθεια να προσεγγίσουμε την ουσία του Όντος (Ήλιος) αντί να νοιώσουμε τη δύναμή του ανάμεσά μας, ακολουθώντας ποιητικά, τα βήματα του Saint-John Perse. Όμως το αληθινό, συγκεκριμενοποιείται μόνο στην απροσδιοριστία κατά Heisenberg της οντικής αυγής, συνεπώς, η Νέμεση εκδίδει την «ορισμένη» ετυμηγορία για τη μοίρα του Ήρωα, -του ακροβάτη της ακμής-κατά τον Δάσκαλο.
Το πραγματικό καθορίζει την Ανάγκη, η οποία κρατεί γαρ πάντων κατά τον Θαλή, και αυτή με τη σειρά της, την εντροπία της κοσμικής ενότητας, την δικονομική ευταξία στην αναπότρεπτη κρίση του δικαστή χρόνου, την αμφιέρειστη στο Μηδέν και το Είναι, δράση του πρωταγωνιστή, που κοινωνεί της αδικίας, ένεκα της κοσμικής ατέλειας και εξιλεώνεται με την εξάντλησή του, την τριβή στα διλήμματα του θεϊκού στερεώματος. Στην κορυφή ανευρίσκεται η Αισχυλική ανάμνηση-πρόκληση της αρχής- σύμφωνα με την οποία η θεϊκή δικαιοσύνη και τάξη είναι παγιωμένη και αδιασάλευτη και κάθε ανατροπή της τάξης αυτής επιφέρει την τιμωρία του παραβάτη. Στη βάση, η ατελής κτίση, που ταλανίζεται από αντιθέσεις σύμφυτες με την επίσης ατελή συγκρότηση της πολιτείας λόγω της ελλειμματικής πολιτικής σοφίας. Η σύγκρουση κορυφής και βάσης, θα αναδείξει την αρετή του Ήρωα που αναλαμβάνει το τραγικό καθήκον να ημερώσει το βλέμμα του θεού και τον συναγερμό στο νου του ανθρώπου με κόστος δυσβάστακτο όπως αυτό της απώλειας που τονίσαμε πιο πάνω.
Η δοκιμασία αυτή εντείνεται και οξύνεται, αναλογιζόμενοι την βίωση της απώλειας στην «τραγική» μορφή της, όπου αυτή λογίζεται ως κατάλυση της συνέχειας της ύπαρξής, ως κατάλυση του ροϊκού συνεχούς που καλείται χρόνος. Ο θάνατος του «εταίρου» ή άλλου οικείου αγαπημένου προσώπου, βιώνεται, εκλαμβάνεται άλλοτε ως νοητός ακρωτηριασμός του ίδιου του Ήρωα (Ηρακλής μαινόμενος) και άλλοτε ως συμβολικός ευνουχισμός (Ιάσωνας).
Ο Αχιλλέας θα επανέλθει στην προδιαγεγραμμένη πορεία του, με τον θάνατο του Πατρόκλου και με «οδηγό» τις Furies, θα διαπράξει Υβριν εξευτελίζοντας τον νεκρό Έκτορα, ο Αγαμέμνονας από την Ανάγκη, εξωθείται στην θυσία ενός αγαθού(απώλεια Ιφιγένειας) προστατεύοντας ένα άλλο ανώτερης αξίας και διαχρονικής ισχύος (αναχώρηση του στόλου), ο Προμηθέας τέλος, παραβαίνει την τάξη, γιατί πολύ τον άνθρωπο αγάπησε.
Η Ανάγκη όμως, ως στοιχείο της υπερδομής, που ωθεί τους Ήρωες στη διάπραξη Ύβρεως συμπίπτει με τις βουλητικές επιλογές τους, υποδηλώνοντας μία επιφανειακή ανακολουθία η οποία αίρεται με αναφορά στο αντίπαλο δέος της Ανάγκης, την Ελευθερία. Αυτή άρχεται από την αυγή της γνωστικής συνείδησης, μορφοποιείται με την έλλογη πράξη και εξικνείται στο εγχείρημα του Κυρίλωφ. Η τραγικότητα της ελευθερίας στον Ήρωα έγκειται στην απροσδιοριστία των ορίων της, και αυτών της δικαιοσύνης. Συμπορευόμενες οι δύο, καθορίζουν και το επίπεδο ευημερίας της κοινωνίας μέχρι το όριο των δυνατοτήτων της στα πλαίσια της κοσμικής περατότητας και της Ανάγκης.
Η σύγκρουση έρχεται αναπόφευκτα όταν η μία περιορίζει την άλλη στα ασύμπτωτα με το γίγνεσθαι όρια, όταν, μεταφορικά, έχουμε χωροκατακτητική διάθεση της μίας επί της άλλης. Ο Camus θα αποδώσει ορθώς την διένεξη αυτή, στα πλαίσια μίας οιονεί ετεροδικίας όπου η απόλυτη δικαιοσύνη αρνιέται την ελευθερία και η απόλυτη ελευθερία «χλευάζει» την πρώτη αλλά και οι δύο έχουν το προνόμιο της «ασυλίας». Ο Ήρωας θα ορίσει την ελευθερία του, στον πόλεμο ενάντια στο άδικο, και στη μάχη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Με αυτή την οπτική γωνία θα κατανοήσουμε την πορεία στον όλεθρο, του Αίαντα, όταν αδικημένος στον κλήρο για τα όπλα του Αχιλλέα, με «διαστρόφους φρένας» και «τυφλωμένος» από την Αθηνά, κατασφάζει τα κοπάδια και τους βοσκούς νομίζοντας πως εξολοθρεύει τους Ατρείδες. Επιστρέφοντας στη νηφάλια κατάσταση, και νοιώθοντας ατιμασμένος, θα αυτοκτονήσει. Πεθαίνοντας, πεθαίνει μαζί του και η ιδέα της αυτοθυσίας για τη στάση ζωής συνεπούς με τα ιδανικά, πεθαίνοντας, ανατέλλει το άστρο του Οδυσσέα, για την «αλητεία» του οποίου μίλησε ευμενώς ο Δάσκαλος, γιατί η λέξη αλήτης προέρχεται από το ρήμα αλάομαι, με πολυσήμαντη ερμηνεία μεν, αλλά στην κυριολεξία αποδίδεται με την έννοια αναζητώ, περιπλανιέμαι με αιτία, είτε θεωρίης είνεκεν ή ανθρώπων ιδώ άστεα και νόον γνώσομαι Ο αμφίσημος μονόλογος του Ομηρικού «Σαμουράι», επιτελεί την ανυποταγή στο πνεύμα των Θεών της εποχής.
Στους κλασικούς χρόνους, η δομή της πόλης-κράτους, με θεσμοθετημένη την κοινωνική οργάνωση στη φυσική και κοσμική πραγματικότητα, σφραγίζει ερμητικά τους Ήρωες στις αναπαραστάσεις των γλυπτών μνημείων. Η αντίληψη αυτή, δεν στηρίζεται στην αποστασιοποίηση των πολιτών από τις παραδόσεις, ούτε στην τυπική λατρεία των πρωταγωνιστών του «Ηρωικού Έπους», αντιθέτως, αποτελεί την δικαίωση των ανδραγαθημάτων των Ηρώων μέσα από την αφομοίωσή τους στην κοινωνική και πολιτική κονίστρα.
Η ενδοκοσμική αθανασία, δραπετεύει από τη μουσική και την απαγγελία και «ενσωματώνεται» στην ιερουργία του ζωγράφου και του γλύπτη. Όλες οι ευγενικές ιδέες, τα ιδανικά του Σπαρτιάτη ή Αθηναίου πολίτη, δεν είναι παρά η αντικειμενοποίηση στις τωρινές συνθήκες, του ήθους και του χαρακτήρα του Αχιλλέα, του Ηρακλή, του Θησέα του Οδυσσέα και του Αίαντα, με την ίδια αναλογία που ο Δίας, η Αθηνά, ο Ερμής και η Εστία, πλήρως εξανθρωπισμένοι, παρουσιάζονται στους λόγους και πράξεις των νομοθετών και των αρχόντων.
Η Ακρόπολη στην Αθήνα, ο βράχος αυτός της θεάς Αθηνάς «στεφανωμένος» με το ναό της Παλλάδας, αντικατοπτρίζει την κραταιά οντότητα της Πολιτείας που συνυφαίνει το ατομικό με το συλλογικό συμφέρον. Είναι ο ίδιος ο πολίτης ταυτόχρονα και ηγέτης της πόλης, που αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του μόνο σε συνάρτηση με τους θεσμούς που ο ίδιος δημιούργησε, αφομοίωσε, προστατεύει και τηρεί. Στους κλασικούς χρόνους, θρησκεία και πατριωτισμός, θρησκεία και κράτος, συμπλέουν σε μία αδιάρρηκτη σχέση χωρίς την βίαια επιβολή κανενός εκ των μερών. Στην κλασική πόλη-κράτος, η ίδια η πόλη είναι που λατρεύεται, το ίδιο και η ιστορία της. Γι’ αυτό και το να αμφισβητείς την επικρατούσα θρησκεία ισοδυναμούσε με την αμφισβήτηση της ίδιας της παραδεδεγμένης τάξεως της πολιτείας. Ο Άρειος Πάγος στην Αθήνα, έκπαλαι, ως θεσμός, είχε ως σκοπό να προασπίσει αυτό το «γίγνεσθαι» από τυχόν «αιρετικές» (ατομικές) πίστεις και τα «καινά δαιμόνια», όσο ο θεσμός της πόλης-κράτους ήταν κραταιός, παρέμεναν στο περιθώριο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής.
Κι οι Ήρωες ακολουθούν, στη συνείδηση των πολιτών, σε μία αρραγή ενότητα αίματος και καταγωγής, μόνο που τώρα η προσηγορία μεταβάλλεται προς τη φυσική τάξη και δοξάζονται οι νομοθέτες και οι σοφοί, που σφραγίζουν με τη σειρά τους την ελλαδική κοινοπολιτεία με αποκορύφωση το άλμα του Εμπεδοκλή στην Αίτνα,
Είναι, θα’ λεγα, το μυθικό αντίστοιχο της εθελούσιας απόφασης του Λυκούργου να εμπιστευθεί την αυτοεξορία του στο θάνατό του, προκειμένου ο όρκος των συμπολιτών του στην τήρηση των νόμων που τους άφηκε να περιβληθεί με ισχύ παντοτινή. (Homo Educandus)
ενώ οι ονειροβάτες των επών στηρίζουν και φωτίζουν τον ουράνιο θόλο. Ο Οδυσσέας, ο Νέστωρας, ο Αίαντας και οι άλλοι επώνυμοι ευκνήμιδες Αχαιοί θα κοσμούν στο εξής την συμπαντική αιγίδα, όπως η ασπίδα του Αχιλλέα κρατούσε επάνω της τους αστερισμούς των πλειάδων, της άρκτου, τον κυνηγό, το αλετροπόδι και τα βροχάστερα. Κι ο Απόλλωνας αποσύρεται στην Υπερβορεία αφήνοντας μισάνοιχτη την πόρτα στην ελπίδα με το έσεται ήμαρ.

Επίλογος
Στήριξα την ανάλυση και σύνθεση του Ελληνικού Ήρωα, με αποσπάσματα από τις διδαχές του Δάσκαλου.
Τα ίδια τα έργα του, προφορικά και γραπτά, περικλείουν, διαπνέονται θα έλεγα από το αρχαϊκό στοιχείο του εσθλού που προσδιορίζει την αποστολή, τις πράξεις και την έξοδό του. Δεν κρύβω, πως η συσχέτιση με τον Ήρωα γεννήθηκε από μία παρατήρηση του ίδιου στο Έξυπνον Ενύπνιον:
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Όμηρος αφήκε έξω από την Ιλιάδα τη διήγηση του θανάτου του Αχιλλέα…..
το πρωταρχικό για τον ποιητή δεν ήταν να διηγηθεί, πώς ο Αχιλλέας πεθαίνει, πώς τον νίκησε ο θάνατος…
είναι το πώς ο ίδιος ο ήρωας νικά τον εαυτό του, πώς υψώνεται ως του θανάτου την κατάφαση και κατανικά την ανάγκη του κακού
Αντίστοιχα στη Γκέμμα θα γράψει:
Την ώρα που θα ζήσει ο άνθρωπος την απόλυτα προσωπική βίωση του θανάτου του, μας λένε, θα είναι απόλυτα μόνος, και θα αφανίσει το σώμα του σε άφαντο τόπο.
Ο ίδιος στάθηκε πάντα στην κόψη του σπαθιού, ανθρώπινος στη συναναστροφή και θεϊκός στο αμφιθέατρο, ισορρόπησε τραγικά ανάμεσα στην Ελευθερία του Ταϋγέτου και στην Ανάγκη της Ακρόπολης, πάλεψε ενάντια στην παιδαγωγική αδικία εις βάρος της ελπίδας των νέων, μίλησε με γλώσσα καθαρή ενάντια στην αναγκαστική σιωπή, στο εκ προμελέτης ψεύδος, στο καιροσκοπικό πνεύμα.
Στον φίλο, ορμήνεψε:
-Όταν θα σε ρωτήσουν για μένα, να πεις ότι υπήρξα ανδρείος
και στους μαθητές του:
-Σταθείτε να πάρω τις ματιές σας.
Να πάρεις τις ματιές μας Δάσκαλε, αλλά να μας δώσεις αντίδωρο το φωτεινό σου γέλιο, όπως εκεί στη φωτογραφία, στεφανωμένος κι έφηβος ιδανικός, έργο του Πλάτωνα, και ποίημα του Καβάφη.-

«Όλα φαίνονται τόσο περίπλοκα, κι όμως όλα είναι τόσο απλά.
Αν είχα αποκτήσει τη σελήνη, αν ο έρωτας αρκούσε, όλα θα είχαν αλλάξει.
Αλλά που να σβήσω αυτή τη δίψα;… Τίποτε στον κόσμο αυτό
ούτε στον άλλο που να είναι στα μέτρα μου. Το αδύνατο.
Το αναζήτησα στα πέρατα του κόσμου, στα σύνορα του εαυτού μου»
A.Camus

Του Γιώργου Μανωλόπουλου

page1small

«Tίποτα πιο σοφό από τον Kύκλο.»
Ράινερ Mαρία Pίλκε

O ΔHMHTPHΣ ΛIANTINHΣ (Δ.Λ.) χόρεψε ιεροπρεπώς τον κατά μόνας κυκλικό χορό από τις 23 Ιουλίου 1942 έως τις 2 Ιουνίου 1998. Eνδιάμεσα σπούδασε, νυμφεύθηκε, τεκνοποίησε. Δίδαξε και φιλοσόφησε ντυμένος την πανοπλία της κλασικής παιδείας· και μπήκε στον καιρό του με νοοτροπία ποιητή ― δύναμη και αδυναμία ταυτοχρόνως. Το βλέπουμε στο έργο του, που ντυμένο τη διαχρονία της ελληνικής και υιοθετώντας μια γοητευτική εκφoρά λόγου, προσκρούει πολλές φορές στο αρχαίο ρητό «Σοφόν το σαφές».
Αν έγραφε πρόζα, θα πλούτιζε τη λογοτεχνία μας. Όμως με τα δοκίμιά του ξανοίχτηκε σε διανοήματα απροσδόκητα στη βιβλιογραφία. Aντίθετα με τον λογοτέχνη, ο δoκιμιoγράφoς, δε διαμoρφώνει το θέμα· το βρίσκει. Και ο Δ.Λ. βρήκε τον θάνατο ακολουθώντας τη νιτσεϊκή σκέψη και το ποιητικό κοίτασμα του Ρίλκε.
Παράλληλα, η μελέτη της αρχαίας φιλοσοφίας, της συγχρονής φυσικής και της τέχνης, σε συνδυασμό με το προσωπικό βίωμα, τον οδήγησαν στον πλατωνικό κανόνα ότι ο στοχαζόμενος είναι ο κατεξοχήν συνοπτικός, δηλαδή ικανός να επισκοπεί ευρύτερες περιοχές του επιστητού, να διαβλέπει το καίριο και να το κλείνει σε μία έννοια. Tο οποίο για τον συγγραφέα του Νηφομανή σημαίνει να μένει σταθερά μεταξύ είναι και μηδενός, ώστε να μην αυτοπεριορίζεται στις αναζητήσεις του τρεφόμενος μόνο από το ένα ή μόνο από το άλλο. Kαι να βλέπει το μηδέν ως απλό ήμισυ που ζωοποιεί το σύνθετο όλον του όντος, όπως το ίδιο συμβαίνει με το είναι. O διαχωρισμός διασπά την οντολογική ενότητα, και ο άνθρωπος κλείνει (με τη μεταφυσική, το δόγμα, κ.λπ.) το περί όντος ερώτημα. Tο ερώτημα –και η αλήθεια– μένει ανοιχτό στην α-τομία.
O φιλόπονος, που θα κρατήσει σημειώσεις για ένα ευσύνοπτο corpus με εγκιβωτισμένη την πορεία Εξόδου του καθηγητή, θα πρέπει να τον διαβάσει ως αυτοβιογραφούμενο που μονολογεί, κρύβεται και φανερώνεται στις σελίδες του. Tότε θα αντιληφθεί πως η κοσμοθεωρία του καθηγητή δεν έχει σχέση με τις ατάραχες κατασκευές που στήνουν οι επαγγελματίες λογάδες του γραπτού και του προφορικού στα κελιά των αναγνώσεων και στις αίθουσες των χειροκροτητών.

Η ανάβαση ήταν προορισμένη για έναν. Δέκα χρόνια μετά μπαινοβγαίνει στο εδώ και στο εκεί, στο κοντινό και στο μακρινό, στην ερημιά και στη γειτονία. Να τον πιστέψουμε. Θα μπορούσε να ζει· το κορμί του να βαστά ακόμα ― ήταν άνθρωπος με γερές ρίζες. Ωστόσο μονογαμικός με τον θάνατο. Για να μιλήσεις, λοιπόν, γι’ αυτόν πρέπει να απεκδυθείς τις προκαταλήψεις. Διαφορετικά, κινδυνεύεις να προφέρεις ―για να θυμηθούμε τον θλιμμένο πρίγκηπα της Δανημαρκίας― μόνο λόγια! λόγια! λόγια!
Tου αναγνωρίζουν ουσιώδεις (κατά τον Πλάτωνα) αρετές: μνήμων, ευμαθής, εύχαρις (ναι, εύχαρις, αν και μελαγχολικός), φίλος τε συγγενής ανδρείας, σωφροσύνης, αλήθειας, δικαιοσύνης. Ναι, τα είχε όλα, και τα οκτώ, βεβαιώνει ο φιλόλογος Ανδρέας Παναγόπουλος. Και φωτισμένος δάσκαλος που τεχνουργεί φυσικούς ανθρώπoυς· και που στην πηγαία του ευγένεια προσέτρεχαν οι μετεκπαιδευόμενοι στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης επί μία δεκαετία (1988-1998). Αν δεν είχε την (υλική) ευκολία της καθημερινότητας, θα περνούσε για «αυτίτης και μονώτης» των γραμμάτων. Ήταν όμως ηθο-ποιός στο βάθρο του ομιλητή όπου η κληρονoμημένη σπιρτάδα και το ταλέντο συνυφαίνονται σε γνήσια υποκριτική τέχνη.
Παιδαγωγική δίδασκε διά ζώσης, στην παρέα –όχι από καθέδρας. Πολλές φορές, στα άδυτα των σχολικών αιθουσών, δοκίμαζε τις αντοχές της επιστήμης στα πρωινά μάτια των μαθητών. Στην τελευταία επίσκεψη στην Ακρόπολη, 9 Mαΐου 1998, ήταν ο Nιζίνσκι, είρωνας και αετός. Από πού φτερούγιζαν τόσα πουλιά όταν κούναγε τα χέρια; O χάρακας της δωρικής ευθείας έσπαγε το γυαλί του χρόνου, και οι μετεκπαιδευόμεvοι ξεγελιούνταν νομίζοντας πως η διάρκεια των πραγμάτων είναι διπλή.
Mια εικόνα: Στην αίθουσα του ΜΔΔΕ, άντρες και γυναίκες, με τις σκοτούρες και τις επιτυχίες τους, απολαμβάνουν την εκτός χειρογράφου ομιλία και κοινωνούν φιλοσοφία και ποίηση. Συναρπαστικός. Εκφέρει τους φθόγγους ή τoυς φωτογραφίζει; Απότομα ο ρυθμός αλλάζει. Πώς χρησιμοποιεί τα φωνήεντα, πώς κινεί τους ήχους, πώς ακροβατεί στη μέθη των στοχασμών, πώς σταματά στα σύμφωνα λες και θέλει να ειρωνευτεί τους φοινικιστές… Ό,τι ακούνε δεν έχει σχέση με αυτό που χαρακτηρίζουμε πανεπιστημιακό, δηλαδή ψευδάμεσο (ή και αφύσικο) λόγο. Πίσω από τον ρήτορα διακρίνεται ο επαρκής ακροατής της ευαγγελικής περικοπής: «Όποιος ασκεί την αρετή ύστερα από μια ακραία ένταση του λογισμού και της βούλησης, υποτάσσει την πράξη του στην τάξη της φύσης».
Προτού τον χορτάσουν στο βήμα των παραδόσεων, τον διώχνει ο Καιρός «για να σβήσει στον πλούτο της φτώχειας και τη σιωπή της μοναξιάς». Mέσα σε ατέλειωτο φως, πέταξε τα ρούχα της σύμβασης «κάνοντας όμοια ηθοποιός που όταν η παράσταση τελειώσει αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται». Έμεινε στον αμφιβληστροειδή ένας τσιρκολάνος να ισορροπεί στο τεντωμένο σκοινί τού μεταξύ, με τη «βουλητική καταδρομή του στωικού» και βηματοδότες τους δυο Oιδίποδες. Oι μετεκπαιδευόμενοι υποπτεύονταν τις υπόγειες διαδρομές στο ανύποπτο μισό του 1998· και έσπευδαν να κρατήσουν μόνιμο κτήμα για αύριο «το πιο τίμιο ―τη μορφή του― που ήταν μια απολλώνια οπτασία».
Στον ποιητή Γιώργο Σεφέρη (υπάλληλο του Yπουργείου Eξωτερικών) αναγνώρισε τα δικά του «επαγγέλματα του ανθρώπου και του υπαλλήλου». Όπως ο ποιητής, το ίδιο και ο καθηγητής έζησε αξιοπρεπώς τη δημοσιοϋπαλληλία και «αναλώθηκε σε μια λειτουργία που τον εκράτησε με προσοχή στο μεταίχμιο του αλτρουισμού και του εγωισμού», αλλά με την τύψη της αταξίας, της έλλειψης και του άσκοπου ξοδεμού.

Zώντας ο Δ.Λ. τον ευρωπαϊκό παλμό (σπούδασε στη Γερμανία) σημαδεύτηκε από τα πρόσωπα που άναψαν τον «λυχνοστάτη του τίποτα»: τον Pίλκε, στις Eλεγείες του οποίου έκανε τη διδακτορική του διατριβή και τον Νίτσε, του οποίου «ελλήνισε» το Ecce Ηomo (Iδέ ο Άνθρωπος).
Η μαθητεία στον Βοημό (Mποέμ) ποιητή, με μέντιουμ (ερμηνευτικό διάμεσο) τον ερημίτη τού Σιλς Mαρία, υπήρξε καθοριστική. H απόφαση να ασχοληθεί μαζί τους έρχεται από παλιά. Γράφει στον αδελφό του, στις 16.8.1968, από την Άγια Λιαντίνα ―όπως αποκαλεί το χωριό του: «“Με την ψυχή γαλήνια και φωτεινή σαν τα βουνά μες στο πρωινό”, που λέει ο δάσκαλός μου ο Nίτσε». Και δύο χρόνια μετά, 12.11.1970, από το Μόναχο της Γερμανίας: «“Ανάσταση, δεν έρχεται αν δεν προηγηθεί το θάψιμο”, λέει ο δάσκαλός μου ο Nίτσε». Επίσης, σε φίλο του, τον επόμενο χρόνο (2.5.1971): «Προχθές μετάφρασα λίγο Pίλκε ― δειλή προετοιμασία. Σου στέλνω τέσσερις στίχους». Στον ίδιο φίλο, στις 9.5.1971: «Eγώ μέρα με τη μέρα χάνω με τους ανθρώπους την επαφή. Ή θα ονειρεύομαι τα κόκκαλα του Nίτσε, ή θα πολεμάω να ερμηνέψω τα μοναστήρια του Pίλκε». Και στις 26.4.1972: «Tώρα άρχισα τη μεγάλη μου μελέτη επάνω στον Pίλκε. Ωκεανός ο ποιητής μου και πλέω με τη σκούνα και την ορφάνια μου τα έργα του».
Έκτοτε η πένα του, μέσα από την αλήθεια της φύσης, την ηθική της γνώσης, την αποθέωση της ομορφιάς, δεν έπαψε να ζωγραφεί το προφίλ του ανθρώπου, σμιλεύοντας παράλληλα το δικό του «εσώτερο άγαλμα».

Από την Παρουσία του Eλληνικού Πνεύματoς στις Ελεγείες του Pίλκε (1977)21 έως τη Γκέμμα (1997)22 μεσολαβεί μία εικοσαετία, τα χρόνια που περιπλανιόταν μέχρι να βρει την Iθάκη του ο «πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω», ομηρικός Oδυσσέας. Μία εικοσαετία χρειάστηκε κι ο Δ.Λ., αιχμάλωτος του δαιμονίου, μέχρι να βρει τον Tαΰγετό του.
Το 1997 είναι η προβολή του 1977· όχι μια θλιβερή ελεγεία, μα ένα δοξαστικό, όπου η αέναη ροή του χρόνου, το δράμα των γηρατειών, το αίνιγμα της ύπαρξης, η Δημιουργία, όλα λύνονται με μια σπαθιά. Το μακρύ ταξίδι τελείωσε με την τελευταία λέξη του τελευταίου βιβλίου («αλήθεια»). Tο ένα συμπλήρωσε το άλλο, ως τέλος και τελείωση.
Για την Γκέμμα ξοδεύτηκαν χρόνια κύησης και βιωματικού πλουτισμού. Στον πυρήνα της συντήκονται γάμοι φιλοσοφίας, γεννητούρια στοχασμών. Τα κεφάλαια, που είναι κατά κύριο λόγο οι μεταγραφές ομιλιών στο Mαράσλειο, αποτελούν ψηφίδες λαμπερές στην τοιχογραφία της Eξόδου.
Διαβάστε τον Πίνακα Oνομάτων (Γκέμμα, σελ. 273-286) για να δείτε πού πάτησε και πού πήγε, γιατί επιθυμεί τα ίδια, γιατί ουδεμία μέρα υπήρξε ξεκομμένη από τις άλλες, γιατί ο κύκλος ήταν ο μοναδικός ορίζοντας, όπου παρόν, παρελθόν, μέλλον συμποσούνται στην παγχρoνία. Eδώ ακούγονται εκκωφαντικά οι ψίθυροι του Nίτσε (ακαταλαβίστικοι στην απλότητά τους) που πάνω τους οικοδομήθηκε μια διαφορετική ―πολύ πιο σκληρή από την καντιανή― ηθική προστακτική. (Kαντ: «Nα ενεργείς ώστε κάθε πράξη σου να προτείνεται ως παγκόσμιο αξίωμα»· Νίτσε: «Nα ενεργείς ώστε κάθε στιγμή να αξίζει την αιωνιότητα»).
O κόσμος είναι κύκλος, δίχως αρχή και δίχως τέλος. Όλα φεύγουν και όλα επιστρέφουν· κυλά η ρόδα του είναι, και το γίγνεσθαι επιθυμείται ως επανέρχεσθαι. Το μέλλον περνά και το εφικτό καθορίζεται από το ήδη συντελεσμένο. Όλα όσα συμβαίνουν έχουν συμβεί, και «καθετί που πέρασε πέρασε σωστά» (Σεφέρης). «Eίπατε ποτέ», λέει ο Nίτσε, “ναι” σε κάποια χαρά; Tότε είπατε “ναι” σε όλους τους πόνους. Όλα είναι δεμένα, αναμειγμένα, ερωτευμένα. Αν θελήσετε η μία φορά να γίνει δύο, τότε θα θελήσετε όλα να επιστρέψουν».
Tου Δ.Λ. η επιστροφή ανακαλεί την αιώνια του Nίτσε. Πέραν της ύστατης αλήθειας, δεν υπάρχει οδός διαφυγής· μόνο η επιστροφή στα πάτρια. Mια ατέρμονη διαδικασία ανακύκλωσης στα ίδια και στο χρόνο, με το διαρκές να σφιχταγκαλιάζει το πεπερασμένο. Mένει η «επίσκεψη» στα ονόματα, ως μοναδική, αναπόδραστη και επιθυμητή amur fati (αγάπη πεπρωμένου). Η αιώνια επιστροφή του ομοίου κουρταλεί τη θύρα του χρόνου. «Oρίστε» προτρέπει ο Δ.Λ., «να περάσει η αφεντιά της. Και μαζί η φρίκη της η αγαπησιάρα».

Έξι χιλιάδες πόδια πάνω από το τουριστικό Σεν Mόριτς (Ελβετία), στην περιοχή Άνω Eνγκαντίν, βρίσκεται αποτραβηγμένο από τον κόσμο το ερημητήριο του Νίτσε. Ένα απόγευμα, στα μέσα Αυγούστου του 1881, ο φιλόσοφος, οδοιπορώντας ανάμεσα σε δάση, έφτασε στην όχθη της λίμνης Σιλβαπλάνα. Εκεί, κάτω από μια πυραμιδωτή βραχώδη προεξοχή στο Σούρλεϋ, σε μια στιγμή οίστρου (ή προμηνύματος τρέλας; ), οραματίστηκε την αιώνια επιστροφή: την ύπαρξή σου, αυτήν ακριβώς όπως τη ζεις και την έζησες ως τώρα, θα χρειαστεί να την ξαναρχίσεις και να την ξαναρχίσεις, δίχως τίποτα το καινούργιο ― απεναντίας· ο παραμικρός πόνος, η παραμικρή χαρά, η παραμικρή σκέψη, ο παραμικρός στεναγμός, όλα της ζωής σου, θα ξαναρχίσουν πάλι, ό,τι μέσα σου υπάρχει ανείπωτα μεγάλο και ανείπωτα μικρό, όλα θα ξαναγυρίσουν, και μάλιστα στην ίδια σειρά, με την ίδια ανελέητη διαδοχή· αν αυτή η σκέψη σε κυρίευε, μπορεί να σε μεταμόρφωνε ή μπορεί να σε εξουθένωνε.
O Δ.Λ. υπέστη μετάλλαξη μετά τη συνάντηση με τον Nίτσε. «Νέος», γράφει στο οπισθόφυλλο της Γκέμμα, «περπάτησα για μια στιγμή στην Άνω Ενγκαντίν». Eδώ ήρθε ο ρομαντικός Λάκων να βάλει το πόδι στα χνάρια του μεγάλου φυγά. «1.800 μέτρα πάνω από τη θάλασσα· 6.000 πόδια πέρα από τους ανθρώπους και το χρόνο», όπως γράφει μια φράση στο Ecce Ηomo.
Tο Ecce Ηomo για τον δάσκαλο είναι, τηρουμένων των αναλογιών, ό,τι η Γκέμμα για τον μαθητή. O δάσκαλος σχεδίασε τον εαυτό του σ’ αυτή την πνευματική αυτοβιογραφία, το ίδιο και ο μαθητής, στη Γκέμμα.
H διαπλοκή του Δ.Λ. με τον Nίτσε φαίνεται, εκτός από τις φιλοσοφικές επιδράσεις που υπέστη, και σε λεπτομέρειες: «Λου» προσφωνεί τη σύζυγό του κατά το ανάλογο της Λου Aντρέας Σαλομέ, του ανεκπλήρωτου έρωτα του Nίτσε· ή απαξιώνει τον γιγάντιο Bάγκνερ προσχωρώντας αβασάνιστα στις απόψεις του «τελευταίου» Nίτσε (Το Λυκόφως των Θεών, Η Περίπτωση Bάγκνερ). Kαι ό,τι υπήρξε το Σιλς Mαρία της Άνω Eνγκαντίν το 1881 για τον δάσκαλο, θέλησε ο μαθητής να είναι οι Kεχριές Kορινθίας, όπου ολοκλήρωσε την Γκέμμα το καλοκαίρι του 1996. Kατόπιν κατέρχεται στην πόλη και στα μαθήματά του. Mένουν ακόμα κάποιοι αρμοί για να δέσει το οικοδόμημα.

Στην Aθήνα, τον τρομερό μήνα Nοέμβριο του 1996, γράφει την περίφημη επιστολή με την «πιο σημαντική πρόταση», που στάθηκε πρόκληση στοχασμού κι ανάμνηση του κοντινού μέλλοντος. Mια κραυγή χαράς και ευφροσύνης από τα μύχια της ψυχής του στέλνει πίσω το μεγάλο Nαι.

[…]

Στον κύκλο του χρόνου, ο Ρίλκε, γεννημένος στα 1875, κάλυψε ένα ημικύκλιο ζωής πενήντα ενός χρόνων. Το 1977, ο Δ.Λ. συμπλήρωσε το άλλο ημικύκλιο πενήντα ενός χρόνων θανάτου του ποιητή, όπως γράφει στην αφιέρωση: «Σύμφωνα με το νόημα της θεωρίας του, ότι η ζωή των νεκρών είναι η ανάποδη όψη του θανάτου των ζωντανών […] το 1977 ο Rilke γεννιέται σε ηλικία 51 χρόνων θανάτου, όπως το 1926 πέθανε στην ίδια ηλικία ζωής».
Tο 1970, στα μισά του βίου, ο συγγραφέας του Πολυχρόνιου ξενιτεύτηκε· και έπαθε επειδή «νόμιζε»· και είδε, αφού πέρασε τη ζωή μέσα στην τύφλωση. Μέχρι να απαντήσει στο ερώτημα «―Μα, ποιος είμαι, λοιπόν;», περίσσεψε η ματαιοδοξία, τα φοβικά σύνδρομα για το οριστικό του πεπερασμένου ― πλεχταριές τα φίδια στην κατεστημένη οδοιπορία. Tότε κουνήθηκε το μυαλό του: «–Όδε εκείνος εγώ! άθλιον Oιδιπόδαν». Και ο δουλοπάροικος στις χρηματομανείς πολιτείες επιστρέφει τώρα στη γενέθλια γη, ισχυρός και εξαγνισμένος, «με το Δίγαμμα (6) και το Xα (22), με το Λάμβδα (11) και το Pω (17)» – τα 56 χρόνια του.

[…]

Άφησε το βιβλίο δώρο στα πετεινά του ουρανού και πήρε να ανεβεί την ανάβαση την προσημειωμένη.
Kοίλος τόπος, κατάσπαρτος βράχια, Πετράλωνο οροπέδιο, ένας αρμακάς είναι οι Ξερακάδες. Πέτρες σωρός επάνω, πέτρες σωρός κάτω, ωσάν να είναι η πέτρα η μόνη πραγματικότητα του κόσμου τούτου. Aκούμπησε στις ακονόπετρες. Άνεμος ανήμερος, και λίγα σύννεφα να φεύγουν σε ένα μακρύ καραβάνι μέσα στις μαρμαρυγές του δύοντος. Tο φως κατέβασε το χρυσό του στο ασημί.
«Φτάσαμε, λοιπόν, στη μεγάλη νύχτα! Γι’ απόψε ορίστηκε το μεγάλο χτύπημα.» Έτσι αρχίζει το κεφάλαιο «Ώσπου να γίνει δύο και τέταρτο, Α΄» στο μυθιστόρημα του Στράτη Mυριβήλη Η Ζωή εν Tάφω. Η πορεία, δηλαδή, προς την ολοκληρωτική σύγκρουση στον πόλεμο χαρακωμάτων (Ανατολικό Μέτωπο, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος).
Η περιπλάνηση του ήρωα του Mυριβήλη, του λοχία Aντώνη Kωστούλα, λίγες ώρες πριν από το θάνατο στο πυρωμένο αμπρί, ανακαλεί την περιπλάνηση του μελοθάνατου Δ.Λ. τις ώρες πριν από το άλμα στη «μήτρα του χάους».
Θαλερός, κατάφορτος αισθημάτων επιδοκιμασίας, παίζει στην κόψη: από δω η ζωή που εισχωρεί στον θάνατο· από κει ο θάνατος που εισχωρεί στη ζωή – όχι στον ουρανό της «έντρομης και βλακώδους φαντασίας» ή στον άδη του «ωμού και σκωληκοφόρου εξευτελισμού». Μα στην αναστάσιμη γη της οριστικής αναχώρησης.
Η 2α Iουνίου δεν έδωσε ένα νέο είδωλο, κάποιο ομοίωμα, μια φαινομενική εικόνα. O Δ.Λ. δεν ήταν ειδωλοποιός για να αποπειραθεί ένα απλό παράδειγμα. Φυτούργησε. Tη 2α Ιουνίου αποκρυσταλλώθηκε η αλλαγή του σε αρχετυπική εικόνα. Kαι, βέβαια, αυτός που έδωσε τέτοιο πρότυπο ανήκει στη χορεία των τεχνιτών. Διότι και ο θάνατος (πρέπει να) είναι αντικείμενο τέχνης.

«Tίποτα πιο σοφό από τον Kύκλο.»
Ράινερ Mαρία Pίλκε

O ΔHMHTPHΣ ΛIANTINHΣ (Δ.Λ.) χόρεψε ιεροπρεπώς τον κατά μόνας κυκλικό χορό από τις 23 Ιουλίου 1942 έως τις 2 Ιουνίου 1998. Eνδιάμεσα σπούδασε, νυμφεύθηκε, τεκνοποίησε. Δίδαξε και φιλοσόφησε ντυμένος την πανοπλία της κλασικής παιδείας· και μπήκε στον καιρό του με νοοτροπία ποιητή ― δύναμη και αδυναμία ταυτοχρόνως. Το βλέπουμε στο έργο του, που ντυμένο τη διαχρονία της ελληνικής και υιοθετώντας μια γοητευτική εκφoρά λόγου, προσκρούει πολλές φορές στο αρχαίο ρητό «Σοφόν το σαφές».
Αν έγραφε πρόζα, θα πλούτιζε τη λογοτεχνία μας. Όμως με τα δοκίμιά του ξανοίχτηκε σε διανοήματα απροσδόκητα στη βιβλιογραφία. Aντίθετα με τον λογοτέχνη, ο δoκιμιoγράφoς, δε διαμoρφώνει το θέμα· το βρίσκει. Και ο Δ.Λ. βρήκε τον θάνατο ακολουθώντας τη νιτσεϊκή σκέψη και το ποιητικό κοίτασμα του Ρίλκε.
Παράλληλα, η μελέτη της αρχαίας φιλοσοφίας, της συγχρονής φυσικής και της τέχνης, σε συνδυασμό με το προσωπικό βίωμα, τον οδήγησαν στον πλατωνικό κανόνα ότι ο στοχαζόμενος είναι ο κατεξοχήν συνοπτικός, δηλαδή ικανός να επισκοπεί ευρύτερες περιοχές του επιστητού, να διαβλέπει το καίριο και να το κλείνει σε μία έννοια. Tο οποίο για τον συγγραφέα του Νηφομανή σημαίνει να μένει σταθερά μεταξύ είναι και μηδενός, ώστε να μην αυτοπεριορίζεται στις αναζητήσεις του τρεφόμενος μόνο από το ένα ή μόνο από το άλλο. Kαι να βλέπει το μηδέν ως απλό ήμισυ που ζωοποιεί το σύνθετο όλον του όντος, όπως το ίδιο συμβαίνει με το είναι. O διαχωρισμός διασπά την οντολογική ενότητα, και ο άνθρωπος κλείνει (με τη μεταφυσική, το δόγμα, κ.λπ.) το περί όντος ερώτημα. Tο ερώτημα –και η αλήθεια– μένει ανοιχτό στην α-τομία.
O φιλόπονος, που θα κρατήσει σημειώσεις για ένα ευσύνοπτο corpus με εγκιβωτισμένη την πορεία Εξόδου του καθηγητή, θα πρέπει να τον διαβάσει ως αυτοβιογραφούμενο που μονολογεί, κρύβεται και φανερώνεται στις σελίδες του. Tότε θα αντιληφθεί πως η κοσμοθεωρία του καθηγητή δεν έχει σχέση με τις ατάραχες κατασκευές που στήνουν οι επαγγελματίες λογάδες του γραπτού και του προφορικού στα κελιά των αναγνώσεων και στις αίθουσες των χειροκροτητών.

Η ανάβαση ήταν προορισμένη για έναν. Δέκα χρόνια μετά μπαινοβγαίνει στο εδώ και στο εκεί, στο κοντινό και στο μακρινό, στην ερημιά και στη γειτονία. Να τον πιστέψουμε. Θα μπορούσε να ζει· το κορμί του να βαστά ακόμα ― ήταν άνθρωπος με γερές ρίζες. Ωστόσο μονογαμικός με τον θάνατο. Για να μιλήσεις, λοιπόν, γι’ αυτόν πρέπει να απεκδυθείς τις προκαταλήψεις. Διαφορετικά, κινδυνεύεις να προφέρεις ―για να θυμηθούμε τον θλιμμένο πρίγκηπα της Δανημαρκίας― μόνο λόγια! λόγια! λόγια!
Tου αναγνωρίζουν ουσιώδεις (κατά τον Πλάτωνα) αρετές: μνήμων, ευμαθής, εύχαρις (ναι, εύχαρις, αν και μελαγχολικός), φίλος τε συγγενής ανδρείας, σωφροσύνης, αλήθειας, δικαιοσύνης. Ναι, τα είχε όλα, και τα οκτώ, βεβαιώνει ο φιλόλογος Ανδρέας Παναγόπουλος. Και φωτισμένος δάσκαλος που τεχνουργεί φυσικούς ανθρώπoυς· και που στην πηγαία του ευγένεια προσέτρεχαν οι μετεκπαιδευόμενοι στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης επί μία δεκαετία (1988-1998). Αν δεν είχε την (υλική) ευκολία της καθημερινότητας, θα περνούσε για «αυτίτης και μονώτης» των γραμμάτων. Ήταν όμως ηθο-ποιός στο βάθρο του ομιλητή όπου η κληρονoμημένη σπιρτάδα και το ταλέντο συνυφαίνονται σε γνήσια υποκριτική τέχνη.
Παιδαγωγική δίδασκε διά ζώσης, στην παρέα –όχι από καθέδρας. Πολλές φορές, στα άδυτα των σχολικών αιθουσών, δοκίμαζε τις αντοχές της επιστήμης στα πρωινά μάτια των μαθητών. Στην τελευταία επίσκεψη στην Ακρόπολη, 9 Mαΐου 1998, ήταν ο Nιζίνσκι, είρωνας και αετός. Από πού φτερούγιζαν τόσα πουλιά όταν κούναγε τα χέρια; O χάρακας της δωρικής ευθείας έσπαγε το γυαλί του χρόνου, και οι μετεκπαιδευόμεvοι ξεγελιούνταν νομίζοντας πως η διάρκεια των πραγμάτων είναι διπλή.
Mια εικόνα: Στην αίθουσα του ΜΔΔΕ, άντρες και γυναίκες, με τις σκοτούρες και τις επιτυχίες τους, απολαμβάνουν την εκτός χειρογράφου ομιλία και κοινωνούν φιλοσοφία και ποίηση. Συναρπαστικός. Εκφέρει τους φθόγγους ή τoυς φωτογραφίζει; Απότομα ο ρυθμός αλλάζει. Πώς χρησιμοποιεί τα φωνήεντα, πώς κινεί τους ήχους, πώς ακροβατεί στη μέθη των στοχασμών, πώς σταματά στα σύμφωνα λες και θέλει να ειρωνευτεί τους φοινικιστές… Ό,τι ακούνε δεν έχει σχέση με αυτό που χαρακτηρίζουμε πανεπιστημιακό, δηλαδή ψευδάμεσο (ή και αφύσικο) λόγο. Πίσω από τον ρήτορα διακρίνεται ο επαρκής ακροατής της ευαγγελικής περικοπής: «Όποιος ασκεί την αρετή ύστερα από μια ακραία ένταση του λογισμού και της βούλησης, υποτάσσει την πράξη του στην τάξη της φύσης».
Προτού τον χορτάσουν στο βήμα των παραδόσεων, τον διώχνει ο Καιρός «για να σβήσει στον πλούτο της φτώχειας και τη σιωπή της μοναξιάς». Mέσα σε ατέλειωτο φως, πέταξε τα ρούχα της σύμβασης «κάνοντας όμοια ηθοποιός που όταν η παράσταση τελειώσει αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται». Έμεινε στον αμφιβληστροειδή ένας τσιρκολάνος να ισορροπεί στο τεντωμένο σκοινί τού μεταξύ, με τη «βουλητική καταδρομή του στωικού» και βηματοδότες τους δυο Oιδίποδες. Oι μετεκπαιδευόμενοι υποπτεύονταν τις υπόγειες διαδρομές στο ανύποπτο μισό του 1998· και έσπευδαν να κρατήσουν μόνιμο κτήμα για αύριο «το πιο τίμιο ―τη μορφή του― που ήταν μια απολλώνια οπτασία».
Στον ποιητή Γιώργο Σεφέρη (υπάλληλο του Yπουργείου Eξωτερικών) αναγνώρισε τα δικά του «επαγγέλματα του ανθρώπου και του υπαλλήλου». Όπως ο ποιητής, το ίδιο και ο καθηγητής έζησε αξιοπρεπώς τη δημοσιοϋπαλληλία και «αναλώθηκε σε μια λειτουργία που τον εκράτησε με προσοχή στο μεταίχμιο του αλτρουισμού και του εγωισμού», αλλά με την τύψη της αταξίας, της έλλειψης και του άσκοπου ξοδεμού.

Zώντας ο Δ.Λ. τον ευρωπαϊκό παλμό (σπούδασε στη Γερμανία) σημαδεύτηκε από τα πρόσωπα που άναψαν τον «λυχνοστάτη του τίποτα»: τον Pίλκε, στις Eλεγείες του οποίου έκανε τη διδακτορική του διατριβή και τον Νίτσε, του οποίου «ελλήνισε» το Ecce Ηomo (Iδέ ο Άνθρωπος).
Η μαθητεία στον Βοημό (Mποέμ) ποιητή, με μέντιουμ (ερμηνευτικό διάμεσο) τον ερημίτη τού Σιλς Mαρία, υπήρξε καθοριστική. H απόφαση να ασχοληθεί μαζί τους έρχεται από παλιά. Γράφει στον αδελφό του, στις 16.8.1968, από την Άγια Λιαντίνα ―όπως αποκαλεί το χωριό του: «“Με την ψυχή γαλήνια και φωτεινή σαν τα βουνά μες στο πρωινό”, που λέει ο δάσκαλός μου ο Nίτσε». Και δύο χρόνια μετά, 12.11.1970, από το Μόναχο της Γερμανίας: «“Ανάσταση, δεν έρχεται αν δεν προηγηθεί το θάψιμο”, λέει ο δάσκαλός μου ο Nίτσε». Επίσης, σε φίλο του, τον επόμενο χρόνο (2.5.1971): «Προχθές μετάφρασα λίγο Pίλκε ― δειλή προετοιμασία. Σου στέλνω τέσσερις στίχους». Στον ίδιο φίλο, στις 9.5.1971: «Eγώ μέρα με τη μέρα χάνω με τους ανθρώπους την επαφή. Ή θα ονειρεύομαι τα κόκκαλα του Nίτσε, ή θα πολεμάω να ερμηνέψω τα μοναστήρια του Pίλκε». Και στις 26.4.1972: «Tώρα άρχισα τη μεγάλη μου μελέτη επάνω στον Pίλκε. Ωκεανός ο ποιητής μου και πλέω με τη σκούνα και την ορφάνια μου τα έργα του».
Έκτοτε η πένα του, μέσα από την αλήθεια της φύσης, την ηθική της γνώσης, την αποθέωση της ομορφιάς, δεν έπαψε να ζωγραφεί το προφίλ του ανθρώπου, σμιλεύοντας παράλληλα το δικό του «εσώτερο άγαλμα».

Από την Παρουσία του Eλληνικού Πνεύματoς στις Ελεγείες του Pίλκε (1977)21 έως τη Γκέμμα (1997)22 μεσολαβεί μία εικοσαετία, τα χρόνια που περιπλανιόταν μέχρι να βρει την Iθάκη του ο «πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω», ομηρικός Oδυσσέας. Μία εικοσαετία χρειάστηκε κι ο Δ.Λ., αιχμάλωτος του δαιμονίου, μέχρι να βρει τον Tαΰγετό του.
Το 1997 είναι η προβολή του 1977· όχι μια θλιβερή ελεγεία, μα ένα δοξαστικό, όπου η αέναη ροή του χρόνου, το δράμα των γηρατειών, το αίνιγμα της ύπαρξης, η Δημιουργία, όλα λύνονται με μια σπαθιά. Το μακρύ ταξίδι τελείωσε με την τελευταία λέξη του τελευταίου βιβλίου («αλήθεια»). Tο ένα συμπλήρωσε το άλλο, ως τέλος και τελείωση.
Για την Γκέμμα ξοδεύτηκαν χρόνια κύησης και βιωματικού πλουτισμού. Στον πυρήνα της συντήκονται γάμοι φιλοσοφίας, γεννητούρια στοχασμών. Τα κεφάλαια, που είναι κατά κύριο λόγο οι μεταγραφές ομιλιών στο Mαράσλειο, αποτελούν ψηφίδες λαμπερές στην τοιχογραφία της Eξόδου.
Διαβάστε τον Πίνακα Oνομάτων (Γκέμμα, σελ. 273-286) για να δείτε πού πάτησε και πού πήγε, γιατί επιθυμεί τα ίδια, γιατί ουδεμία μέρα υπήρξε ξεκομμένη από τις άλλες, γιατί ο κύκλος ήταν ο μοναδικός ορίζοντας, όπου παρόν, παρελθόν, μέλλον συμποσούνται στην παγχρoνία. Eδώ ακούγονται εκκωφαντικά οι ψίθυροι του Nίτσε (ακαταλαβίστικοι στην απλότητά τους) που πάνω τους οικοδομήθηκε μια διαφορετική ―πολύ πιο σκληρή από την καντιανή― ηθική προστακτική. (Kαντ: «Nα ενεργείς ώστε κάθε πράξη σου να προτείνεται ως παγκόσμιο αξίωμα»· Νίτσε: «Nα ενεργείς ώστε κάθε στιγμή να αξίζει την αιωνιότητα»).
O κόσμος είναι κύκλος, δίχως αρχή και δίχως τέλος. Όλα φεύγουν και όλα επιστρέφουν· κυλά η ρόδα του είναι, και το γίγνεσθαι επιθυμείται ως επανέρχεσθαι. Το μέλλον περνά και το εφικτό καθορίζεται από το ήδη συντελεσμένο. Όλα όσα συμβαίνουν έχουν συμβεί, και «καθετί που πέρασε πέρασε σωστά» (Σεφέρης). «Eίπατε ποτέ», λέει ο Nίτσε, “ναι” σε κάποια χαρά; Tότε είπατε “ναι” σε όλους τους πόνους. Όλα είναι δεμένα, αναμειγμένα, ερωτευμένα. Αν θελήσετε η μία φορά να γίνει δύο, τότε θα θελήσετε όλα να επιστρέψουν».
Tου Δ.Λ. η επιστροφή ανακαλεί την αιώνια του Nίτσε. Πέραν της ύστατης αλήθειας, δεν υπάρχει οδός διαφυγής· μόνο η επιστροφή στα πάτρια. Mια ατέρμονη διαδικασία ανακύκλωσης στα ίδια και στο χρόνο, με το διαρκές να σφιχταγκαλιάζει το πεπερασμένο. Mένει η «επίσκεψη» στα ονόματα, ως μοναδική, αναπόδραστη και επιθυμητή amur fati (αγάπη πεπρωμένου). Η αιώνια επιστροφή του ομοίου κουρταλεί τη θύρα του χρόνου. «Oρίστε» προτρέπει ο Δ.Λ., «να περάσει η αφεντιά της. Και μαζί η φρίκη της η αγαπησιάρα».

Έξι χιλιάδες πόδια πάνω από το τουριστικό Σεν Mόριτς (Ελβετία), στην περιοχή Άνω Eνγκαντίν, βρίσκεται αποτραβηγμένο από τον κόσμο το ερημητήριο του Νίτσε. Ένα απόγευμα, στα μέσα Αυγούστου του 1881, ο φιλόσοφος, οδοιπορώντας ανάμεσα σε δάση, έφτασε στην όχθη της λίμνης Σιλβαπλάνα. Εκεί, κάτω από μια πυραμιδωτή βραχώδη προεξοχή στο Σούρλεϋ, σε μια στιγμή οίστρου (ή προμηνύματος τρέλας; ), οραματίστηκε την αιώνια επιστροφή: την ύπαρξή σου, αυτήν ακριβώς όπως τη ζεις και την έζησες ως τώρα, θα χρειαστεί να την ξαναρχίσεις και να την ξαναρχίσεις, δίχως τίποτα το καινούργιο ― απεναντίας· ο παραμικρός πόνος, η παραμικρή χαρά, η παραμικρή σκέψη, ο παραμικρός στεναγμός, όλα της ζωής σου, θα ξαναρχίσουν πάλι, ό,τι μέσα σου υπάρχει ανείπωτα μεγάλο και ανείπωτα μικρό, όλα θα ξαναγυρίσουν, και μάλιστα στην ίδια σειρά, με την ίδια ανελέητη διαδοχή· αν αυτή η σκέψη σε κυρίευε, μπορεί να σε μεταμόρφωνε ή μπορεί να σε εξουθένωνε.
O Δ.Λ. υπέστη μετάλλαξη μετά τη συνάντηση με τον Nίτσε. «Νέος», γράφει στο οπισθόφυλλο της Γκέμμα, «περπάτησα για μια στιγμή στην Άνω Ενγκαντίν». Eδώ ήρθε ο ρομαντικός Λάκων να βάλει το πόδι στα χνάρια του μεγάλου φυγά. «1.800 μέτρα πάνω από τη θάλασσα· 6.000 πόδια πέρα από τους ανθρώπους και το χρόνο», όπως γράφει μια φράση στο Ecce Ηomo.
Tο Ecce Ηomo για τον δάσκαλο είναι, τηρουμένων των αναλογιών, ό,τι η Γκέμμα για τον μαθητή. O δάσκαλος σχεδίασε τον εαυτό του σ’ αυτή την πνευματική αυτοβιογραφία, το ίδιο και ο μαθητής, στη Γκέμμα.
H διαπλοκή του Δ.Λ. με τον Nίτσε φαίνεται, εκτός από τις φιλοσοφικές επιδράσεις που υπέστη, και σε λεπτομέρειες: «Λου» προσφωνεί τη σύζυγό του κατά το ανάλογο της Λου Aντρέας Σαλομέ, του ανεκπλήρωτου έρωτα του Nίτσε· ή απαξιώνει τον γιγάντιο Bάγκνερ προσχωρώντας αβασάνιστα στις απόψεις του «τελευταίου» Nίτσε (Το Λυκόφως των Θεών, Η Περίπτωση Bάγκνερ). Kαι ό,τι υπήρξε το Σιλς Mαρία της Άνω Eνγκαντίν το 1881 για τον δάσκαλο, θέλησε ο μαθητής να είναι οι Kεχριές Kορινθίας, όπου ολοκλήρωσε την Γκέμμα το καλοκαίρι του 1996. Kατόπιν κατέρχεται στην πόλη και στα μαθήματά του. Mένουν ακόμα κάποιοι αρμοί για να δέσει το οικοδόμημα.

Στην Aθήνα, τον τρομερό μήνα Nοέμβριο του 1996, γράφει την περίφημη επιστολή με την «πιο σημαντική πρόταση», που στάθηκε πρόκληση στοχασμού κι ανάμνηση του κοντινού μέλλοντος. Mια κραυγή χαράς και ευφροσύνης από τα μύχια της ψυχής του στέλνει πίσω το μεγάλο Nαι.

[…]

Στον κύκλο του χρόνου, ο Ρίλκε, γεννημένος στα 1875, κάλυψε ένα ημικύκλιο ζωής πενήντα ενός χρόνων. Το 1977, ο Δ.Λ. συμπλήρωσε το άλλο ημικύκλιο πενήντα ενός χρόνων θανάτου του ποιητή, όπως γράφει στην αφιέρωση: «Σύμφωνα με το νόημα της θεωρίας του, ότι η ζωή των νεκρών είναι η ανάποδη όψη του θανάτου των ζωντανών […] το 1977 ο Rilke γεννιέται σε ηλικία 51 χρόνων θανάτου, όπως το 1926 πέθανε στην ίδια ηλικία ζωής».
Tο 1970, στα μισά του βίου, ο συγγραφέας του Πολυχρόνιου ξενιτεύτηκε· και έπαθε επειδή «νόμιζε»· και είδε, αφού πέρασε τη ζωή μέσα στην τύφλωση. Μέχρι να απαντήσει στο ερώτημα «―Μα, ποιος είμαι, λοιπόν;», περίσσεψε η ματαιοδοξία, τα φοβικά σύνδρομα για το οριστικό του πεπερασμένου ― πλεχταριές τα φίδια στην κατεστημένη οδοιπορία. Tότε κουνήθηκε το μυαλό του: «–Όδε εκείνος εγώ! άθλιον Oιδιπόδαν». Και ο δουλοπάροικος στις χρηματομανείς πολιτείες επιστρέφει τώρα στη γενέθλια γη, ισχυρός και εξαγνισμένος, «με το Δίγαμμα (6) και το Xα (22), με το Λάμβδα (11) και το Pω (17)» – τα 56 χρόνια του.

[…]

Άφησε το βιβλίο δώρο στα πετεινά του ουρανού και πήρε να ανεβεί την ανάβαση την προσημειωμένη.
Kοίλος τόπος, κατάσπαρτος βράχια, Πετράλωνο οροπέδιο, ένας αρμακάς είναι οι Ξερακάδες. Πέτρες σωρός επάνω, πέτρες σωρός κάτω, ωσάν να είναι η πέτρα η μόνη πραγματικότητα του κόσμου τούτου. Aκούμπησε στις ακονόπετρες. Άνεμος ανήμερος, και λίγα σύννεφα να φεύγουν σε ένα μακρύ καραβάνι μέσα στις μαρμαρυγές του δύοντος. Tο φως κατέβασε το χρυσό του στο ασημί.
«Φτάσαμε, λοιπόν, στη μεγάλη νύχτα! Γι’ απόψε ορίστηκε το μεγάλο χτύπημα.» Έτσι αρχίζει το κεφάλαιο «Ώσπου να γίνει δύο και τέταρτο, Α΄» στο μυθιστόρημα του Στράτη Mυριβήλη Η Ζωή εν Tάφω. Η πορεία, δηλαδή, προς την ολοκληρωτική σύγκρουση στον πόλεμο χαρακωμάτων (Ανατολικό Μέτωπο, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος).
Η περιπλάνηση του ήρωα του Mυριβήλη, του λοχία Aντώνη Kωστούλα, λίγες ώρες πριν από το θάνατο στο πυρωμένο αμπρί, ανακαλεί την περιπλάνηση του μελοθάνατου Δ.Λ. τις ώρες πριν από το άλμα στη «μήτρα του χάους».
Θαλερός, κατάφορτος αισθημάτων επιδοκιμασίας, παίζει στην κόψη: από δω η ζωή που εισχωρεί στον θάνατο· από κει ο θάνατος που εισχωρεί στη ζωή – όχι στον ουρανό της «έντρομης και βλακώδους φαντασίας» ή στον άδη του «ωμού και σκωληκοφόρου εξευτελισμού». Μα στην αναστάσιμη γη της οριστικής αναχώρησης.
Η 2α Iουνίου δεν έδωσε ένα νέο είδωλο, κάποιο ομοίωμα, μια φαινομενική εικόνα. O Δ.Λ. δεν ήταν ειδωλοποιός για να αποπειραθεί ένα απλό παράδειγμα. Φυτούργησε. Tη 2α Ιουνίου αποκρυσταλλώθηκε η αλλαγή του σε αρχετυπική εικόνα. Kαι, βέβαια, αυτός που έδωσε τέτοιο πρότυπο ανήκει στη χορεία των τεχνιτών. Διότι και ο θάνατος (πρέπει να) είναι αντικείμενο τέχνης.

Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο του Θανάση Δημητρακόπουλου.

Ήταν, λοιπόν, ο Λιαντίνης πεισιθάνατος σαν εκείνον τον ηδονιστή Ηγησία που απέρριπτε τη ζωή, αφού αυτή πάντα απέχει από την τέλεια ηδονή;

Μοιάζει ιερόσυλο να κλείσει κανείς το Λιαντίνη και το Θάνατο σε λίγες γραμμές – έστω και για ένα «αφιέρωμα». Φαντάζομαι λοιπόν, τις παρακάτω γραμμές, όχι σαν «κείμενο» αλλά σαν σκόρπιες σκέψεις σε στιγμές περιπλάνησης.
Ήταν κάπoιο ζεστό απομεσήμερο, 3 Ιουνίου 1998, έχοντας μόλις γυρίσει σπίτι από την εχθρική μας πόλη. Εκνευρισμός έδιωχνε την ανάπαυση και άπλωσα το χέρι σ’ εκείνη τη στίβα όπου σωρεύουμε βιβλία που θα διαβάσουμε – και συνήθως δε γίνεται. Έπιασα το βιβλίο ενός Δ. Λιαντίνη• τίτλος Τα Ελληνικά• μου το είχαν δώσει επειδή στη βιβλιογραφία του μνημόνευε ένα δικό μου βιβλίο1. Με τη συνηθισμένη διάσπαση της κούρασης άνοιξα το ραδιόφωνο για το δελτίο ειδήσεων. Η μεταλλική φωνή συνέχιζε μια φράση της: «… η εξαφάνιση του καθηγητή Λιαντίνη που καταγγέλθηκε σήμερα απασχολεί τις αρχές και ήδη αναζητείται στην περιοχή του Ταυγέτου».
Σύμπτωση θα λέγατε – και θα συμφωνούσα μαζί σας, καθώς η θετική μου παιδεία αναζητούσε πιθανότητες. Όμως, πολύ μικρή πιθανότης σημαίνει εξαίρεση και ο Λιαντίνης – κατάλαβα αργότερα – ήταν «εξαιρετικός». Και πάλι σκεφτόμουν τον Feynman να θυμίζει στους φυσικούς, πως το νέο και βαθύτερο πρέπει να αναζητείται στις εξαιρέσεις. Στη δική του ποιητική γλώσσα ο Λιαντίνης το λέει κάπως αλλιώς: «… η αναζήτηση των κρυφών νοημάτων είναι υπόθεση των ελαφροΐσκιωτων..» ή «.. ο μεταμορφωμένος άνθρωπος που ζει το αόρατο είναι εκείνος ο τύπος, τον οποίο η δημοτική αντίληψη θεωρεί καθαρό από το βάρος της υλικής πραγματικότητας, πιστεύει γι’αυτόν ότι μπορεί να βλέπει αόρατα πράγματα και τον ονομάζει «ελαφροΐσκιωτο…»
Τις παραπάνω φράσεις βλέπω τώρα στο Έξυπνον Ενύπνιον2. Πέρυσι, στην παρουσίαση της βιογραφίας του Λιαντίνη από το Δ. Αλικάκο, είδα στην κατάμεστη αίθουσα μαθητές του να μην ντρέπονται να κλάψουν. Τώρα ξέρω πως ο Λιαντίνης ήταν «μεταμορφωμένος». Αυτός ο ασυνήθιστος άνθρωπος βίωνε πως «… το μέγεθος του φιλοσόφου μετριέται ανάλογα με τη δυνατότητά του ν’ αποτελεί παράδειγμα. Ο τρόπος διατροφής, ο χαρακτήρας, το ήθος του έλληνα φιλόσοφου ήταν περισσότερο διδαχτικά από τους λόγους ή τα γραφτά του»3.
Τώρα μου είναι τελείως φανερή η δύναμη που μεταμόρφωσε το Λιαντίνη – και ο αναγνώστης του Οι Ελεγείες του Duino του Rilke, τη βλέπει να κατακλύζει με απίστευτο πάθος τις σελίδες. Ο Λιαντίνης επιλέγει το Rilke για να υποστηρίξει φιλοσοφικά αυτό που ο σπουδαίος ποιητής έδωσε μυθικά: ο Θάνατος δεν είναι τρομερός, αλλά ο τρόπος που ζούμε είναι αδέξιος και άσκεφτος.
Η βαναυσότητα του Θανάτου οφείλεται στην απουσία παιδείας γι’αυτόν. «Η μέριμνα θανάτου καταργεί την ακηδία της ζωής». Ο Λιαντίνης απορεί, σαν το παιδί που βλέπει το βασιλιά γυμνό, πώς οι άνθρωποι δεν έχουν ακόμη στις επιστήμες τους μια «επιστήμη θανάτου». Μας ικετεύει να θυμηθούμε τον Πλάτωνα που όριζε τη Φιλοσοφία ως μελέτη θανάτου. Απορεί γιατί αρνούμαστε να δούμε τον Κόσμο με τα μάτια του άφθαστου Ηράκλειτου, που μας δίδαξε την ενότητα των εναντίων, έτσι που ο θάνατος είναι η ζωή της ζωής και η ζωή ο θάνατος του θανάτου. Θρηνεί ο Λιαντίνης πώς ο άνθρωπος χρησιμοποιεί άπληστα τη δύναμη της επιστήμης, ενώ έχει χάσει επαφή με την πηγή της φιλοσοφίας, το Θάνατο. Απορεί, πόσο λίγοι μελετούν τον Ηράκλειτο, και από αυτούς πόσο λίγοι τον εννοούν – και από αυτούς που τον κατανοούν, πόσο λίγοι ζουν τον καθάριο βίο εκείνου. Καημένε Λιαντίνη!, πόσο θα θλιβόσουν για τους φτιασιδωμένους γέροντες που τρέμουν το θάνατο, πόσο θα αγωνιούσες για μια επιστήμη που μάχεται να προσθέσει κάποια χρόνια στη ζωή μας, αγνοώντας τελείως τους τρόπους της σοφά ευτυχισμένης ζωής!

Ήταν, λοιπόν, ο Λιαντίνης πεισιθάνατος σαν εκείνον τον ηδονιστή Ηγησία που απέρριπτε τη ζωή, αφού αυτή πάντα απέχει από την τέλεια ηδονή; Όχι, βέβαια! Ο Λιαντίνης νομίζω ότι βίωνε τον Κόσμο με το παράδοξο όραμα του μεγάλου Εφέσιου, πίστευε απόλυτα στην αφθαρσία της φθοράς ως ύστατο νόμο της Φύσης4.
Η Δύση για αιώνες τώρα, απεικονίζει το Θάνατο σαν απαίσια μορφή με δρεπάνι. Ο Λιαντίνης έφυγε τόσο ευτυχής, γιατί ο ίδιος βίωνε όπως τότε που ο Θάνατος παριστανόταν στις σαρκοφάγους και στις λευκές ληκύθους, ως ωραίος νεανίας ή άντρας και αργότερα σαν παιδί που κρατά δάδα αναμμένη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ν. Ταμπάκη, Από τη Φυσική στη Μεταφυσική, 4η έκδ., Ζαχαρόπουλος.
2. Παραπομπές στις σ.σ. 237, 238, 262, 264, 274, 278.
3. Λόγια του Nietzsche. Μετά τον Ηράκλειτο, ο Nietzsche ήταν ίνδαλμα του Λιαντίνη, (σελ. 339).
4. Στην ποιητική αυτή διατύπωση, μπορεί κανείς να δει το 2ο θερμοδυναμικό αξίωμα.

Του Νίκου Ταμπάκη Διπλ. Ε.Μ.Π. και Δρ. Φιλοσοφίας. Είναι μέλος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας και της New York Academy of Sciences

Άρθρο στην εφημερίδα Καθημερινή, στις 17 Ιουνίου 1998.
13604

Είστε έτοιμοι να ανοίξετε λεξικό, να ρωτήσετε κάποιο γλωσσολόγο ή κάτι ανάλογο; Πόσο πρόθυμοι είστε να μάθετε τελικά τι είναι;

Υπάρχουν δύο ορισμοί. Όσο αντιπαθητική και τρισάθλια είναι η έννοια του ορισμού, εντούτοις υπάρχουν δύο. Και οι δύο απορρέουν από μια μοναδική και αδιαμφισβήτητη αλήθεια, την υποκειμενικότητα. Και αυτό είναι που τους κάνει ισχυρούς. Ας ξεκινήσουμε με τον επιστημονικό, τον οποίο και έγραψα πριν μερικά χρόνια και τον χάρισα στην ελληνική wikipedia:

«Ο ορισμός της Φιλοσοφίας είναι από μόνος του ένα φιλοσοφικό ερώτημα. Οι εκάστοτε φιλόσοφοι, σύμφωνα με το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσάπτουν στη φιλοσοφία, δημιουργούν και το ανάλογο φιλοσοφικό ρεύμα. Γενικώς θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς ότι φιλοσοφική σκέψη είναι η διανοητική διερεύνηση βαθέων ερωτημάτων για την σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο και την θέση του σ’ αυτόν. Η φιλοσοφία βέβαια δεν αρκείται στην ανάλυση της πραγματικότητας του εμπειρικού κόσμου, αλλά διατυπώνει προτάσεις για την αλλαγή του. Ένας φιλόσοφος δεν αρκείται στο να διατυπώσει πώς έχουν τα πράγματα, αλλά προχωρά και σε συγκεκριμένες προτάσεις για το πώς θα μπορούσαν να είναι. Εύστοχα ο Bertrand Russell διατυπώνει πως φιλοσοφία είναι μια δεξαμενή γνώσεων που ακόμα είναι ανέτοιμες προς εξειδικευμένη επιστημονική διαπραγμάτευση. Επομένως, όπως έχει ιστορικά αποδειχθεί άλλωστε, η φιλοσοφία είναι η επιστήμη των επιστημών, ο κορμός της διεπιστημονικής γνώσης, ο άσβεστος πόθος αναζήτησης του ανθρώπου. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι σύγχρονες θετικές επιστήμες (Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Ιατρική, Αστρονομία κ.α.) αλλά και μεταγενέστερες θεωρητικές (Ψυχολογία, Κοινωνιολογία κ.α.) ξεπήδησαν από το φιλοσοφικό στοχασμό.

Η Φιλοσοφία διαιρείται σε κλάδους. Ο τομέας της Φιλοσοφίας που διερευνά το αν πρέπει ή όχι ο άνθρωπος να ενεργεί με κάποιους τρόπους ή να υιοθετήσει κάποιους γενικούς κανόνες που να καθορίζουν τις ενέργειες του, ονομάζεται Ηθική. Ο τομέας που ασχολείται εκτεταμένως με την αντίληψη του καλού, του ωραίου και των αντιστρόφων τους ονομάζεται Αισθητική. Ο κλάδος που διερευνά τα όρια, την προέλευση και την ποιότητα της ανθρώπινης γνώσης ονομάζεται Γνωσιολογία. Ο τομέας που ασχολείται με το επέκεινα, με εκείνο που εμπειρία δεν μας αποκαλύπτει, ονομάζεται Μεταφυσική (που δεν πρέπει να συγχέεται με εξωεπιστημονικούς κλάδους όπως η Παραφυσική) και ένας παραπλήσιος με τη Μεταφυσική κλάδος που ασχολείται εξειδικευμένα με το Ον και τις ιδιότητές του ονομάζεται Οντολογία (κλάδος που δεν πρέπει να συγχέεται με τη Θεολογία και τα θρησκευτικά δόγματα). Όλοι οι παραπάνω κλάδοι διαιρούνται σε αρκετές υποενότητες, καλύπτοντας έτσι μια τεράστια θεματική που απλώνεται σε όλο το εύρος του σύγχρονου επιστημονικού κόσμου, είτε πρόκειται για Θετικές, είτε για Θεωρητικές, είτε για Τεχνολογικές επιστήμες.

Παρόλο το εύρος της έννοιας της Φιλοσοφίας, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι πρόκειται για επιστήμη (και μάλιστα τη «μητέρα» επιστήμη όπως είδαμε). Επομένως η μέθοδος ενός στοχασμού ώστε αυτός να ονομασθεί φιλοσοφικός πρέπει να τηρεί συγκεκριμένα επιστημονικά κριτήρια και στάδια. Αυτά τα στάδια είναι εκείνα της Παρατηρήσεως, της Υποθέσεως, του Πειράματος, της Απόδειξης και της Επαναλήψεως. Ο φιλοσοφικός στοχασμός απαραίτητα πρέπει να εγκολπώνει την επιστημονική αποδεικτική διαδικασία.

Η λέξη ετυμολογικά είναι σύνθετη και προέρχεται από τό αρχαίο ελληνικό φιλείν (που σημαίνει αγάπη) και το δεύτερο συνθετικό,τη λέξη σοφία. »

Σήμερα όμως, κάποια χρόνια αργότερα, αποφάσισα να διατυπώσω και τον δεύτερο ορισμό της φιλοσοφίας:

«Φιλοσοφία είναι το μαρτύριο που θα σε βασανίζει κάθε στιγμή, κάθε δέκατο του δευτερολέπτου της ύπαρξής σου. Εκείνο που δεν θα σε αφήνει να ησυχάσεις τα βράδια, εκείνο που θα σε κάνει εχθρό του ανθρώπου. Είναι ένας τρόπος που δεν έχει τρόπους, μια απελευθέρωση που σε αφανίζει. Εκείνο το σουβλερό θραύσμα υαλοπίνακα που θα τρυπώσει στις ανοιχτές πληγές σου μέχρι να στερέψεις από κραυγές. Εκείνο που θα σε βάλει να πιεις στο ποτήρι το ίδιο σου το αίμα. Εκείνο που θα ανεβάζει τους σφυγμούς σου στο ζενίθ όταν συλλογίζεσαι κάποιο χάραμα το θάνατο ενώ λαγοκοιμάσαι: Και αν σταματήσω να αναπνέω, και αν η καρδιά μου σταματήσει, αν διαβώ το κατώφλι του μηδενός; Τότε τί; Ποτέ πια. Τι πάει να πει ποτέ πια; Μέχρι πότε; Για πάντα τίποτε. Για πάντα μηδέν, οριστικά και αμετάκλητα. Ο καθένας μόνος του. Ο καθένας στο δικό του, προσωπικό μηδέν. Δένεσαι, συναναστρέφεσαι, ομαδοποιείσαι. Και όλα αυτά για να τονίσουν το δικό σου απόλυτο προσωπικό μηδέν. Κανείς δεν σε ακολουθεί. Ο καθένας στην δική του μεγάλη ώρα, στο ασφαλές ραντεβού με το παντοτινό τίποτε. Μελέτη θανάτου. Αυτό είναι το πρόβλημα. Μελέτη του δικού σου προσωπικού θανάτου. Όλα τα άλλα έχουν λυθεί, όλα τα άλλα θα λυθούν. Το νόημα της ζωής, δουλειά της φιλοσοφίας είναι ο θάνατος.

Φιλοσοφία είναι να έχεις μπροστά σου το θάνατο, να έχεις μέσα σου ριζωμένο το θάνατο. Να μάθεις να ζεις από αυτόν. Διαφορετικά δεν ζεις, τοποθετείσαι στον χώρο. Έτσι μόνο σκέφτεσαι και εκφράζεσαι ελεύθερα. Όταν έχεις το θάνατο μπροστά σου, δεν υπάρχουν εμπόδια. Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Θα πεις αυτό που θες χωρίς τύπους. Θα σκεφτείς αυτό που θες χωρίς δόγματα. Μία και μοναδική ευκαιρία έχεις να το κάνεις και θα το κάνεις. Και θα ακουστείς. Και θα σε θαυμάσουν. Θα σε θαυμάσουν τόπο πολύ που θα σε φθονήσουν για το γεγονός και μόνο ότι εσύ βρήκες τον τρόπο να χρησιμοποιήσεις τον θάνατό σου για να φτιάξεις ύπαρξη. Θα είσαι αυθεντικός και πρωτότυπος, δημιουργικός και αδέσμευτος. Γιατί μία ευκαιρία σου δίνεται να παίξεις τον ρόλο σου. Και ξέρεις ότι κανείς δεν χειροκροτά μια μαριονέτα. Κανείς δεν έχει ανάγκη ένα σκιάχτρο, μια διπλωματία, έναν αχυράνθρωπο. Τότε θα είσαι εσύ. Θα έχεις χτίσει το πρόσωπο. Το ιδανικό πρόσωπο. Το μεγάλο σου εγώ. Και όταν θα φτάσεις σε αυτό το ορόσημο, και πάλι θα ξυπνήσεις χάραμα από την ιδέα του θανάτου. Και πάλι θα γίνεις μικρός. Και αυτό συνέχεια. Μόνο που εσύ θα το ξέρεις, θα το καταλαβαίνεις. Θα έχεις βρει ένα κλειδί. Τι κλειδί; Μια ιδιότητα. Ότι είσαι τραγικό πρόσωπο. Ότι δεν ζεις ευτυχισμένα στο παραμύθι σου. Ότι δεν μπορείς να αποφύγεις με τίποτα το βασανιστήριο της σκέψης, δεν μπορείς να αποφύγεις να υπάρξεις αληθινά. Μονόδρομος για σένα θα είναι το κολαστήριο της υπέρτατης ηδονής. Η τιμωρία του να σκεφτεσαι και να παράγεις λερναίες ύδρες.

Ο φιλόσοφος καταλαβαίνει ότι είναι στο σωστό δρόμο. Το καταλαβαίνει αυτό όταν συνειδητοποιεί ότι όσο προχωράει στην σκέψη και την επιστήμη, τόσο περισσότερο ηλίθιος αισθάνεται για την αδυναμία της γνώσης του. Δεν μαζεύει βιβλία στην βιβλιοθήκη του ο φιλόσοφος, μαζεύει «γιατί». Αυτά είναι η περιουσία του. Καταλαβαίνει ότι είναι στον σωστό δρόμο όταν συλλάβει ότι οι ερωτήσεις είναι σημαντικότερες από τις απαντήσεις. Αυτές είναι το καύσιμο της ύπαρξης. Κάθε απάντηση είναι και ένα μικρό τέλος. Και όταν θα έλθει η μεγάλη ώρα θα είναι έτοιμος να υψωθεί στο υπέρτατο βάθρο της φύσης: στην οντολογική αξία ενός ξερού φύλλου που το παίρνει ο αέρας και το αφανίζει σε κάποιο υδάτινο ρεύμα. Και όλοι οι άλλοι; Την ίδια τύχη θα έχουν, πολύ πιο οδυνηρά όμως. Θα πεθάνουν χωρίς να καταλάβουν ότι πέθαναν. Όπως έζησαν χωρίς να υπάρξουν.»

Του Παναγιώτη Πέρρου, απόφοιτος Φ.Π.Ψ. Μ.Δ.Ε Ηθικής, Υποψήφιος διδάκτορας Φιλοσοφίας Παν/μίου Αθηνών.

Σύντομη αναφορά σε 3 προσωπικότητες

Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο Μέγας μεγάλωσε και ανδρώθηκε από όσους θυσιάστηκαν για τις ιδέες τους, από όσους έθρεψαν με το αίμα τους γενιές και γενιές αχάριστων και άπληστων ανθρώπων. Αν και δεν πρόλαβα το δάσκαλο της ‘Γκέμμας’ και της Ελλάδας (της φωτονερόπετρας όπως την έλεγε), χαρακτηρίζω τον Δ.Λιαντίνη ως τη σημαντικότερη (ίσως και τη μοναδική) ελληνική φιλοσοφική μορφή του 20ου αιώνα.
—————

Όσο απίστευτο κι αν φαντάζει στα μάτια και στις ψυχές του ιστορικού ανθρώπου, υπήρξαν ζωές που λύτρωσαν τις «αμαρτίες» του κόσμου. Αυτές οι ζωές αγωνίστηκαν με πάθος, αγωνίστηκαν με πυγμή, όχι γιατί πίστεψαν σε μιαν αόριστη προσωπική ευτυχία, αλλά γιατί ταύτισαν την συγκεκριμένη ευτυχία των ανθρώπων γύρω τους με το ίδιο νόημα της ατομικής τους ύπαρξης.

Ο ίδιος ο κόσμος όμως τους καταδίκασε. Όχι σε θάνατο, όπως τον ιστορικό Σωκράτη, αλλά σε κάτι χειρότερο – στην αφάνεια. Σε τι θα ωφελούσε άραγε τον κόσμο να θυμάται και να τιμά εκείνους που κατέδειξαν τα λάθη του; Εκείνους που συνέτριψαν στα χέρια τους την εύθραυστη ανθρώπινη ματαιοδοξία; Εκείνους που τόλμησαν να προτείνουν μια νέα ζωή; Εκείνους που δεν αρκέστηκαν στην επιτέλεση του «καθήκοντός» τους, αλλά σήκωσαν στους ώμους τους το καθήκον του κόσμου ολόκληρου, καταδεικνύοντας την ουσιαστική του ανυπαρξία;
Λίγα παραδείγματα ομολογώ ότι γνωρίζω. Είναι όμως αρκετά. Ούτως η άλλως δεν είμαστε έτοιμοι για περισσότερα. Οι τύψεις μας είναι πολλές για μια τέτοιου είδους γνώση –

Ο δανός Σωκράτης Soren Kierkegaard απεβίωσε εξαιτίας υπερβολικής κόπωσης.

Ο Bertrand Russell αγωνιζόμενος μέχρι τα τελευταία του χρόνια σε βαθιά γεράματα. [Δε θα ήταν σκόπιμο να αναφέρουμε επί του παρόντος περισσότερες λεπτομέρειες για το έργο τους. Το διαδίκτυο είναι πλούσιο άλλωστε. (Σας προτείνω να μάθετε περισσότερα για τους 2 άνωθι αναφερόμενους στο www.filosofia.gr)]

Και ένας Έλληνας, που εδώ και μερικά χρόνια ζούσε δίπλα μας, ο Δημήτρης Λιαντίνης.

Σας παραθέτω αποσπάσματα από την κορυφαία στιγμή της ζωής τους, εκείνης του τέλους τους –

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

«Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα βήμα ολόκληρη την ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης. Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρά είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο διαμάντι… η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχονται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι αυτό το έγκλημα με σκοτώνει». {απόσπασμα από το τελευταίο του γράμμα}

—————
Ερώτηση – Ο Δημήτρης Λιαντίνης τελικά αυτοκτόνησε;
Απάντηση – Για μένα αδιάφορον. Ποιο όμως είναι το ενδιαφέρον; Η υστεροφημία του έργου του.

Ερώτηση – Ο Δημήτρης Λιαντίνης γιατί μελέτησε το θάνατο;
Απάντηση – Για να ζήσουμε όλοι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Ερώτηση – Το έργο του Δημήτρη Λιαντίνη τι χρησιμότητα έχει;
Απάντηση (αντερώτηση) – Ένα μωρό παιδί όταν έρχεται στον κόσμο τι χρησιμότητα έχει;
—————

BERTRAND RUSSELL

Ακολουθεί ο πρόλογος στην «Αυτοβιογραφία» του Bertrand Russell, η οποία γράφτηκε -φυσικά από τον ίδιον- στις 25 Ιουλίου του 1956. Μόνο και μόνο ο πρόλογος αυτού του έργου θα μπορούσε να αποτελέσει ερέθισμα, αλλά και αντικείμενο μιας πολυσέλιδης πανεπιστημιακής εργασίας.

Για ποιους σκοπούς έζησα –

‘Τρία πάθη απλά, όμως υπερβολικά ισχυρά, έχουν κυριαρχήσει στη ζωή μου – η μεγάλη λαχτάρα για έρωτα, η αναζήτηση της γνώσης, και η ανυπόφορη λύπη σχετικά με το βασανισμό του ανθρώπινου είδους. Αυτά τα πάθη, σα μεγάλοι άνεμοι με παρέσυραν εδώ και εκεί, σε μια απρόβλεπτη πορεία, πάνω από έναν ωκεανό αγωνίας, φτάνοντας στο απώτατο άκρο της απόγνωσης. Αρχικά, έχω αναζητήσει τον έρωτα, επειδή φέρνει έκσταση. Έκσταση τόσο μεγάλη, που πολλές φορές θα θυσίαζα όλο το υπόλοιπο της ζωής για μερικές ώρες αυτής της ηδονής. Έπειτα τον έχω αναζητήσει, επειδή ανακουφίζει τη μοναξιά, αυτή την τρομερή μοναξιά, μέσα στην οποία μια θραυσματική συναίσθηση επιθεωρεί τα πέρατα του κόσμου ως την ψυχρή και απύθμενη άβυσσο της ανυπαρξίας. Τον έχω αναζητήσει τελικώς, διότι στην έννοια του έρωτα έχω ανακαλύψει, σαν σε μυστική σμίκρυνση, το προσχεδιασμένο όραμα του παραδείσου, που άγιοι και ποιητές έχουν φανταστεί. Αυτό που αναζήτησα, μολονότι μπορεί να φαίνεται υπερβολικά καλό για μια ανθρώπινη ζωή, αυτό είναι που -επιτέλους- έχω ανακαλύψει.

Με όμοιο πάθος έχω αναζητήσει τη γνώση. Έχω ευχηθεί να καταλαβαίνω τις καρδιές των ανθρώπων. Έχω ευχηθεί να γνωρίζω γιατί λάμπουν τα άστρα. Και έχω προσπαθήσει να κατανοήσω την Πυθαγόρεια δύναμη, με την οποία ο αριθμός διατηρεί την κυριαρχία του πάνω από τις διακυμάνσεις. Λίγα από αυτά, μα όχι πάρα πολλά, τα έχω κατορθώσει.

Έρωτας και γνώση, όσο το δυνατόν, με οδήγησαν προς τα πάνω, κατευθείαν στους παραδείσους. Αλλά πάντα η λύπη με έφερνε πίσω στη γη. Αντηχήσεις κραυγών πόνου αντιλαλούν στην καρδιά μου. Παιδιά σε λιμό, θύματα βασανισμένα από καταπιεστές, αβοήθητοι γέροντες να είναι μισητό βάρος στους γιους τους, και ολόκληρος ο κόσμος της μοναξιάς, της φτώχειας και του πόνου αποτελούν μια παρωδία της ιδανικής ανθρώπινης ζωής. Λαχταρώ να μειώσω το κακό, όμως δε μπορώ, και επίσης υποφέρω.

Αυτή έχει υπάρξει η ζωή μου. Την έχω βρει αξιοβίωτη, και ευχαρίστως θα τη ζούσα ξανά αν μου προσφερόταν η ευκαιρία.’
—————

SOREN KIERKEGAARD

Με έκδηλη την αίσθηση της πικρίας από τους επίσημους εκπροσώπους του Χριστιανισμού, ο Δανός ζήτησε τη θεία κοινωνία από χέρι λαϊκού. Ο Kierkegaard παρατηρεί πως ο άνθρωπος, στο τέλος της ζωής του, στέκοντας απέναντι από τον εαυτό του ταλανίζεται από ένα αίσθημα ναυτίας, από ένα αίσθημα ότι ρίχτηκε σε έναν ανοίκειο κόσμο όπου κανείς -ούτε καν η εκκλησία- δεν τον βοηθά στην αποκάλυψη της ύψιστης αλήθειας –

«Σιωπηλέ μου μεμυημένε. Απέκαμα από τη ζωή. Ο κόσμος μου προκαλεί ναυτία. Είναι άνοστος, δεν έχει ούτε άλας ούτε νόημα. Βυθίζουν τα δάχτυλα στο στο χώμα για να οσφρανθούν (και να αναγνωρίσουν) τη χώρα όπου βρίσκονται. Βυθίζω κι εγώ το δάχτυλο στην ύπαρξη – ουδεμία ευωδία. Που ευρίσκομαι εις τον κόσμο; Ο κόσμος, τι σημαίνει αυτό; Τι θέλει να πει κάποιος με αυτή τη λέξη; Ποιος με παραπλάνησε, ποιος έπαιξε εις βάρος μου ένα τόσο άσχημο παιχνίδι και αφού με έρριψε εντός του κόσμου, με άφησε εκεί μέσα; Ποιος είμαι; Πώς εισήλθα σε αυτόν τον κόσμο; Γιατί δε με συνεβούλευσαν; Γιατί δε με γνώρισαν με τα ήθη και έθιμα αλλά με πέταξαν στη γραμμή, σα να με είχε αγοράσει κάποιος στρατολόγος της φρουράς; Εν ονόματι τίνος δικαιώματος με κατέστησαν μέτοχο της μεγάλης αυτής επιχειρήσεως, την οποία καλούν πραγματικότητα; Γιατί πρέπει να είμαι μέτοχος; Δεν είναι τούτο μια ελεύθερη υπόθεση; Ή και εάν είμαι αναγκασμένος να συμμετέχω, πού είναι ο διευθυντής; Έχω να του κάνω μια παρατήρηση. Δεν υπάρχει διευθυντής; Σε ποιόν τότε να απευθύνω τα παράπονά μου; Η ύπαρξη είναι αντικείμενο συζητήσεως – δύναμαι να απαιτήσω για να ληφθεί υπόψη η γνώμη μου; Και εάν πρέπει να δεχτούμε την ύπαρξη όπως είναι, δε θα ήταν καλύτερο να μπορεί κάποιος να γνωρίσει πώς, τι είδους Είναι;» {Soren Kierkegaard – απόσπασμα από ‘Enten – Eller’ («Είτε-Είτε»)}

———————
εσύ αναγνώστη για ποιο σκοπό (=τέλος) υπάρχεις;

Του Παναγιώτη Πέρρου, απόφοιτος Φ.Π.Ψ. Μ.Δ.Ε Ηθικής, Υποψήφιος διδάκτορας Φιλοσοφίας Παν/μίου Αθηνών.

Οι ομιλίες της παρουσίασης του βιβλίου του Δημήτρη Αλικάκου, «Λιαντίνης – Έζησα έρημος και ισχυρός» στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης – 20/11/2006.

Χαρά Παρασκευοπούλου (φιλόλογος – φοιτήτρια του Λιαντίνη)

Στην φερόμενη ως αποχαιρετιστήρια επιστολή του προς τα αγαπημένα του πρόσωπα, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, γράφει μεταξύ άλλων: «Θα έδινα σημασία στα πράγματα, όχι γι’ αυτό που αξίζουν, αλλά γι’ αυτό που σημαίνουν». Τι σημαίνει άραγε για τον καθέναν από εμάς αυτό το βιβλίο; Πόσο σημαντικό είναι και για ποιους λόγους; Τι συναισθήματα γεννήθηκαν μετά την ανάγνωση των πρώτων σελίδων και ποιο το συμπέρασμα μετά το πέρας της ανάγνωσης; Άραγε μελετήθηκε επισταμένως, ή αποσπασματικά εξερευνήθηκε; Και μπορεί κάποιος να πει πως αποτελεί πλέον κτήμα της μνήμης του ή απλώς ένα ακόμα βιβλίο για κάποιον άνθρωπο που κάποτε υπήρξε; Δεν έχει και τόση σημασία. Όλοι έχουμε τους λόγους μας, για να είμαστε απόψε εδώ.
Όλη μέρα σήμερα, δεν μπορούσα μια φράση να αφήσω από το μυαλό μου. «Αγαπάω σημαίνει χρωστάω». Η φράση ανήκει στον Χειμωνά. «Αγαπάω σημαίνει χρωστάω». Από χρέος είμαι εδώ. Όχι χρέος προς το Δάσκαλό μου, όχι χρέος προς τον κύριο Αλικάκο που μου ζήτησε να πω δυο λόγια, όχι χρέος προς την ιδιότητά μου ως φιλολόγου. Από χρέος απέναντι σε όλους αυτούς που απόψε γεμίζουν αυτήν την αίθουσα. Σ’ αυτούς νιώθω ότι χρωστάω. Ένα μεγάλο «ευχαριστώ». Που μου έδωσαν την ευκαιρία να αισθανθώ πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι με ανοιχτά μυαλά. Είναι τόσο σπουδαίο να νιώθει κανείς γύρω του, την αδιάκοπη πορεία της γνώσης. Σαν ένας ποταμός, την κοίτη δεν γνωρίζεις, μήτε τις εκβολές, απολαμβάνεις όμως πάντα τη δροσιά και την μελωδία της αέναης κίνησής του.
Αυτή η αίθουσα, μεταξύ άλλων, έχει τιμήσει και έχει τιμηθεί από έναν άνθρωπο που κάποιοι αποκάλεσαν Δάσκαλο, κάποιοι τρελό και κάποιοι απλά νεκρό. Ήρθα λοιπόν μέχρι εδώ, για να τιμήσω τη μνήμη ενός τρελού ή ενός νεκρού, ενός ανθρώπου που δεν υπάρχει πια; Λάθος! «Όπου μιλάνε για το θάνατο προσπερνώ με γέλια δυνατά, αν στη συντροφιά δεν υπάρχει ούτε ένας νεκρός», λέγει ο Θεόφιλος Βέικος στα «Σπαράγματα Λόγου» του.
Τρελός που να έζησε και να διέγραψε μια τόσο συγκροτημένη πορεία δεν υπήρξε. Αν λοιπόν τρελός είναι ο δάσκαλός μου, Σχολή Τρελών ιδρύθηκε στην Αθήνα και εμείς δεν πήραμε χαμπάρι και χάσαμε την περίοδο των εγγραφών, αγαπητοί μου.
Νεκρός που να ζει τόσο έντονα την κάθε μέρα του και να πολλαπλασιάζει με τέτοια ένταση τη φωνή του μέσα από χίλιες άλλες φωνές, ο Άδης ακόμα δε γνώρισε. Και να τον γνώριζε, πιθανόν να τον επέστρεφε πίσω. Χαλάνε τον τόπο αυτές οι κραυγές αγωνίας για τη γνώση και τη μάθηση!
Κι αν δεν είναι νεκρός; Μήπως είναι ζωντανός; Εκείνη η ενδιάμεση κατάσταση, το tertium datur, που τόσο με βασάνιζε στις πρώτες μου συναντήσεις με την έννοια του θανάτου, συναντήσεις υποκινημένες και από τις παραινέσεις του Δασκάλου (μου). Νεκρός ή ζωντανός λοιπόν; Νεκρός ή ζωντανός; Ιδού η απορία που ψέλλιζε και ο Άμλετ του Θεάτρου της Γηραιάς Αλβιόνας.
Ούτε εκεί είναι όμως η απορία. Θα με συγχωρήσει ο αγαπητός Δανός, και ο δημιουργός του. Η απορία δεν είναι στο μεσοστράτι ζωής και θανάτου. Εδώ, είπαμε, προσπερνάμε με δυνατά τα γέλια. Η απορία είναι στη γνώση. Μαθαίνω ή με καταπίνει το σκοτάδι; Μελετώ ή βγάζω τα μάτια μου μόνος μου και εξαφανίζομαι στο πλήθος των πολλών;
Κάποιοι αποκαλούν τυχερούς τους μαθητές του. Εγώ λέω τυχεροί είναι όσοι νιώθουν αυτά που τον πονούσαν. Είτε τον γνώρισαν προσωπικά, είτε τον έμαθαν στα διαβάσματα και τις αναζητήσεις τους. Τυχεροί. Και όλοι ίδιοι. Μια φλόγα που ξοδεύεται πάντα νυχτιάτικες ώρες, για να συναντήσει της αυγής το τρυφερό φίλημα.
Καμιά φορά γνωρίζω ανθρώπους και μιλάμε για το Δάσκαλο. Άλλες φορές συναντώ άλλους και διαφωνούμε. Προτιμώ τους πρώτους μα και τους δεύτερους δεν θα τους παρατούσα για τίποτα!
Γράμματα. Επιστολές. Σε ανθρώπους. Κοντινούς ή όχι τόσο. Ή μήπως μόνο κοντινούς; Αναρωτιέμαι τι σημαίνει σήμερα για τους νεότερους από σας το να λαμβάνετε ένα γράμμα. Πριν από καιρό συνέβη μια τέτοια συζήτηση. Λοιπόν, σας διαβεβαιώνω πως το βρήκαν εξαιρετικά βαρετό. Άκου γράμμα! Ένας αιώνας να το στείλεις, να το λάβει ο παραλήπτης, να κινδυνεύει να χαθεί κάπου στο δρόμο, να το πάρεις όταν πια θα είναι πολύ αργά, να…να…
Κι όμως… μέσα σ’ αυτό το βιβλίο παρουσιάζονται επιστολές ζωντανές, μεστές από σκέψεις που δεν γίνεται να τις λησμονήσει εύκολα κάποιος. Και τι δώρα μας φέρνουν, ε; Μια διεισδυτική ματιά στην πολιτική κατάσταση της εποχής, το άρωμα των δρόμων και της βροχής, αλλά και τα πρόσωπα που ζωντανεύουν. Γράμματα. Μια μικρή ιστορία το καθένα, μια μικρή αληθινή ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Όχι πέντε λέξεις πεταγμένες σε μία ηλεκτρονική διεύθυνση, σε μια γλώσσα συχνά ακαταλαβίστική, τηλεγραφική, δυσνόητη ή και κάποτε ασήμαντη.
Η ωρίμανση ενός ανθρώπου, πότε στο γραφικό του χαρακτήρα αποτυπωμένη και πότε στα λόγια τα από καρδιάς, μιας κι απευθύνονταν σε οικείους. Αγωνία, οργή, παράπονο, έρωτας, χαρμολύπη, ευαισθησία, νοσταλγία. Και έπειτα η κορυφή. Μια επιστολή στον πιο δικό. Στο σπλάχνο. Εκεί που το αίμα γνωρίζει τους δρόμους και δεν κάνει ποτέ λάθος. Και είναι αυτή η κορυφή το επιστέγασμα όλης της πορείας. Πάντα ψηλά, μα εκεί, πιο ψηλά από ποτέ. Το τέλος και μία αρχή. Για τον πιο οικείο από όλους. Μια ανάσα που στολίζει αυτή την αίθουσα σήμερα και τη δροσίζει με την παρουσία της.
Νομίζω πως ο κύριος Αλικάκος δεν έγραψε ένα βιβλίο. Αυτό που έκανε ήταν να πραγματοποιήσει μια επιθυμία. Δική του και τόσων άλλων. Όχι των παλιών. Αυτοί πάνω – κάτω ήξεραν. Των καινούριων. Έδωσε μια ευκαιρία σε εκείνους που δεν είχαν την τύχη να βρεθούν κοντά σε έναν τόσο σπουδαίο άνθρωπο, να αγγίξουν λίγη από την αύρα του. Και στους παλιούς, έδωσε την ευκαιρία να ξαναζήσουν κάτι από την μοναδική εμπειρία της επικοινωνίας του.
Κυρίες και κύριοι.
Βλέπω αυτό το βιβλίο σαν ένα παράθυρο. Τοποθετημένο στο βάθος ενός διαδρόμου, έχει θέα έναν εξαιρετικό κήπο, γεμάτο με λογής – λογής λουλούδια και δέντρα φορτωμένα με καρπούς. Ανοίγοντας αυτό το παράθυρο μπορεί κάποιος να δει την υπέροχη φύση που απλώνεται μπροστά στα μάτια του. Μπορεί ακόμα, αν σταθεί τυχερός και ο άνεμος φέρνει τις ευωδιές προς το μέρος του, να πάρει μια γεύση από τα αρώματα. Ξέρει καλά πως, για να μπορέσει να βιώσει από κοντά τη φύση, θα πρέπει να βγει από το σπίτι και να περιδιαβεί τα λουλουδιασμένα μονοπάτια του ίδιου του κήπου. Όμως το παράθυρο τούτο, του στάθηκε το εφαλτήριο για τη μοναδική αυτή εμπειρία.
Αν για κάποιο λόγο είμαι λοιπόν εδώ, σήμερα, είναι από χρέος. Όχι στο Δάσκαλό μου. Το χρέος μου προς τον ίδιο το ξεπληρώνω κάθε φορά που μπαίνω σε τάξη και νιώθω την απίστευτη χαρά του να κοινωνείς τη γνώση. Ούτε προς τον συγγραφέα του βιβλίου. Στους φίλους δεν χρωστάς, μόνο χαρίζεις και χαρίζεσαι. Μα μόνο στους ανθρώπους που μελετούν τον Δάσκαλο. Άλλοι με κλιτότητα και μέσα στη σιωπή τους τυλιγμένοι κι άλλοι με φωνή βροντερή, ικανή να συνταράξει συθέμελα την όποια σκέψη. Συνοδοιπόροι ή επικριτές του. Όλοι σημαντικοί, όταν σπουδαίο λόγο αρθρώνουν. Θέλω να τους ευχαριστήσω που κάθε μέρα με βοηθούν να μην ξεχνώ πόσο σπουδαίος ήταν.
Αν υπάρχει κάποιος λόγος να διαβάσει κάποιος αυτό το βιβλίο θα είναι για να δει το πόσο ανάγλυφη υψώνεται μέσα σε ορισμένους ανθρώπους η λαχτάρα για αλήθεια.
Αν υπάρχει κάποιος λόγος να διαβάσει κάποιος αυτό το βιβλίο θα είναι για να δει το πόσο μακριά πρέπει να ταξιδέψει για να βρει την εσώτερη πατρίδα του.
Αν υπάρχει κάποιος λόγος να διαβάσει κάποιος αυτό το βιβλίο θα είναι για να συνειδητοποιήσει την απειροελάχιστη απόσταση που μας χωρίζει από το να πιστέψουμε στα όνειρα και τους στόχους μας, όπως και το πόσο αληθινά μπορεί να γίνουν μόλις τα νιώσουμε σαν εμπειρία που με κάθε τρόπο θα βιώσουμε.
Κάποιος είπε ότι οι βιογραφίες μοιάζουν με μνημόσυνα. Μυρίζουν λευκά, νεκρά τριαντάφυλλα και δάκρυα. Αν κάτι τέτοιο ισχύει, τότε αυτό το βιβλίο δεν είναι βιογραφία. Η μόνη μυρωδιά που μου ήρθε στο νου ταξιδεύοντας παγιδευμένη στις επιστολές που περιλαμβάνει ήταν θυμάρι και βουνίσιο τσάι, χαμόγελα και ανθρώπινες στιγμές. Στιγμές ζωής. Ο αδιόρατος προσανατολισμός του Καβάφη, το ποτάμι που στοίχειωσε το γέρο στο ποίημα του Σεφέρη, η χούφτα από χώμα που κουβαλούσε ο Κρητικός του Σολωμού ενάντια στη χαμένη μνήμη. Κι αν θα έπρεπε μία μόνο φράση να κρατήσω, αυτή θα ήταν στριμωγμένη κάπου στη σελίδα 67: «Κάτω από τις πλατάνες και δίπλα στο νερό που καθρεπτίζεται να θυμάσαι πάντα ότι η αξία της ζωής υπάρχει στην ανάμνηση και στη μνήμη».
Σας ευχαριστώ πολύ.

Αρετή Παντέλη (δασκάλα – φοιτήτρια του Λιαντίνη)

Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας.
Είδα για πρώτη φορά τον κ. Αλικάκο, εδώ στο προαύλιο του Μαρασλείου, στις 3 Ιουνίου του 1998 . Εξεταζόμαστε στο μάθημα της τέταρτης εξεταστικής περιόδου . Μάθημα : Φιλοσοφία της τέχνης. Καθηγητής : Δημήτρης Λιαντίνης . Το μάθημα δε δόθηκε ποτέ . Ο καθηγητήςς εξαφανίστηκε. Εξαφανίστηκε αφήνοντας ένα φάκελο με τη βαθμολογία μας . Είχε βάλει σε όλους 10 ! Έξω απο το φάκελο έγραφε : «Να πείτε στους δασκάλους μου ότι τους αγαπάω και πιστέυω σε αυτούς».
Παραλύω . Είναι ο τρίτος αγαπημένος άνθρωπος που χάνω μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Έχω χάσει ήδη πατέρα και αδελφό. Η σκέψη μου μένει στην τελευταία διδασκαλία της Τετάρτης.
-Κύριε Λιαντίνη τί θα διαβάσουμε για τις εξετάσεις ;
– Δε χρειάζεται να διαβάσετε τίποτα.
– Κάτι απο τη Γκέμμα ίσως;
– Α ! Όχι . Η Γκέμμα είναι για το καλοκαίρι. Θέλει καθαρό μυαλό. Τώρα θέλω να σας κοιτάξω. Να πάρω το βλέμμα όλων σας. Σήμερα, τελευταίο μάθημα , ρωτήστε ό, τι θέλετε.
[ Δική μου ερώτηση]
-Κύριε Λιαντίνη με όλα όσα ξέρετε, με τόσα πολλά που ξέρετε, πείτε μου είστε ευχαριστημένος;
Η απάντηση ήταν ο μύθος των Λαβδακιδών. Όταν ο Οιδίποδας έμαθε , εξαφανίστηκε.
Μια άλλη μου σκέψη μένει σ’ ένα διάλογο μας περπατώντας στους διαδρόμους του Μαρασλείου. Σ’ ένα διάλογο που μού έσωσε τη ζωή.
-Κύριε Λιαντίνη, δεν αντέχω άλλο. Θέλω να πεθάνω. Μπορείτε να με σώσετε; Να με βοηθήσετε;
-Να σε βοηθήσω γιατί; Για να ζήσεις ή για να πεθάνεις; [ Σιωπή] Σου προτείνω να ζήσεις για να σώσεις. Μόνο έτσι θα σωθείς. Ά ! Και μη λησμονήσω. Δε μιλάμε για μια ζωή με κακομοιριά που κάνει ντόρο για ν’ αντέξει τη φτώχεια της.
Τόσο απλά αναποδογύριζε τις σημασίες της ζωής όταν η αντοχή μας παραπατούσε.
Μ’ αυτές τις δύο σκέψεις έφευγα, όταν συνάντησα το Δημήτρη Αλικάκο στην πύλη. Οι ερωτήσεις βροχή. Αρχίζει να φουντώνει μέσα μου η ήδη υπάρχουσα φυσική μου απέχθεια προς τη δημοσιογραφική φρεναπάτη, τουλάχιστον για ένα ορισμένο είδος δημοσιογράφων που σκοπό τους έχουν σαν ιεροφάντες της μετριότητας , τη διαστρέβλωση, την υπερβολή, τη ματαίωση ανθρώπων, την ανθρωποφαγική χρηματοκρατία και την άλγεβρα της νουμεράδας, της τηλεθέασης και της αλαζονείας της ύπαρξης.
Όμως, όμως έπρεπε να υπερασπιστώ και το δάσκαλό μου. Ήθελα τα αποτυπώματα απο το πέρασμά του να παραμείνουν αμόλυντα και χωρίς παρερμηνείες. Κοιτάζω τον Αλικάκο κατάματα και απειλητικά.
-Μόνο μη γράψετε για κάποιο τρελό που αυτοκτόνησε. Ήταν μια ολόδροση σταγόνα ανθρώπου.
Ο Αλικάκος μού ζητάει να το ξαναπώ γιατί δεν το κατέγραψε η κάμερα. Γίνομαι έξαλλη.
-Όχι ! Πρώτον δεν είμαι ηθοποιός και δεύτερον είμαι πολύ αναστατωμένη, και τέλος πάντων, αν θέλετε να μάθετε ποιός είναι, διαβάστε τη Γκέμμα.
-Τί , έχει γράψει και βιβλίο ; Σας παρακαλώ να μού το δανείσετε.
-Αποκλείεται ! Αυτό το βιβλίο δε σας το δίνω.
Απλώνει το χέρι του και πιάνει τη Γκέμμα.
-Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ πολύ, δώστε μου το. Σας δίνω το λόγο μου. Θα σας το επιστρέψω.
Λίγες μέρες αργότερα ήρθε στο σπίτι μου, για να μού επιστρέψει τη Γκέμμα. Σήμερα τού ζητάω δημόσια συγνώμη που τού φέρθηκα με τόση αγένεια.
Η βαθιά εκτίμηση και ο απέραντος σεβασμός που τρέφω για τον Δημήτρη τον Αλικάκο δημιουργήθηκε στην επόμενη συνάντηση, σε μια εκδήλωση που διοργάνωσε η κοινή μας φίλη Μάρα Μαρτίνη προς τιμή του Λιαντίνη.
Ο Αλικάκος σκύβει σε μια ανασκαφή της ζωής του Λιαντίνη και με τρυφερότητα αρχαιολόγου εξετάζει τις ψηφίδες που συνθέτουν το πορτραίτο του μεγάλου στοχαστή – δασκάλου. Ανακαλύπτει και τού αποκαλύπτεται με άγρια και πρωτόγονη χαρά ο ηθικός λυτρωμός που κουβαλάει μέσα του ο Λιαντίνης.
Είναι η απάντηση στην αφοπλιστική χυδαιότητα των καιρών μας. Και ο Αλικάκος συγκινείται. Περπατάει στον Ταύγετο, στη Λιαντίνα, στην Ακρόπολη, στη Σπάρτη, στην Κηφισιά, σ’ ολόκληρη τη χλωρίδα του Λιαντίνη. Εισέρχεται στο ιδιωτικό του σύμπαν και ψάχνει, ψάχνει ασταμάτητα. Ο Λιαντίνης δεν παραδίδει το ριζικό του σ’ έναν κόσμο που βασιλεύουν το εξωλογικό και το ανήθικο. Είναι ένα καινούριο, ανεξερεύνητο νησί γαλήνης και ηρεμίας σ’ έναν ταραγμένο και ανισόρροπο κόσμο. Και του Αλικάκου το ήθος ταυτίζεται με το νιογέννητο γι’ αυτόν φαινόμενο που λέγεται Λιαντίνης.
Κυρίες και κύριοι. Βρισκόμαστε πάλι εδώ μέσα που ο Λιαντίνης αφύπνισε, που μάς έμαθε πως η γλώσσα δε μαθαίνεται μόνο με τη σπουδή των λέξεων, αλλά με τη μελέτη των ανθρώπων. Που δίδαξε όλος αγωνία για την ψυχολογική χρήση της βίας στις επερχόμενες γενιές. Έλεγε: Τρώμε τις σάρκες μας και τις σάρκες των παιδιών μας.
Αλήθεια πόση αντάρα και καταιγίδα έχουν τα λόγια του για τους θεομπαίχτες της παιδείας; Κάποιοι συνάδελφοί του πανεπιστημιακοί – βασιλευομένη και άγια οικογενειοκρατία – μας είπαν ότι ήταν θεατρίνος που έπαιζε μαζί μας κρυφτό. Είναι αυτοί οι σαλτιμπάγκοι που ξεπουλούν στους πάγκους τους το μέλλον των παιδιών μας και μας σερβίρουν σε κονσέρβες αποφάσεις που δεν διαλέξαμε.
Ο δάσκαλός μας προκάλεσε τις αγκυλωμένες ηθικές, σόκαρε τα ανθρώπινα απολιθώματα και έφτυσε τα στερεότυπα που λυμαίνονταν την ψυχή του. Γι’ αυτό έζησε «έρημος και ισχυρός». Γιατί απ’ όπου κι αν ξεκινούσε , έφτανε πάντα σε μια απουσία. Την απουσία του «εμείς». Έλειπε, βλέπετε, η μαθητεία εκείνη που επέτρεπε στο «εγώ» να λειτουργεί γόνιμα μέσα στο «εμείς».
Κάθε δίωρο διδασκαλίας και μια αφαίμαξη, μια άπειρη σπατάλη και δώρο και αντίδωρο της συνολικής του ενέργειας. Αμφιθέατρα γεμάτα δασκάλους από Αθήνα, Πειραιά, Κόρινθο, Λαύριο και τα κεφάλια μας πυροτεχνήματα από το αληθινό. Ο Λιαντίνης φλεγόταν και φώτιζε τα σκοτεινά καταφύγια της ψυχής μας μετουσιώνοντας το κληρονομημένο μας σκοτάδι σε ολόλαμπρο φως. Ελλάδα και Ήλιο ο πρώτος να βλέπω. Ο έρωτας και ειδικά ο έρωτας της αλήθειας είναι πιο δυνατός απ’ τις ιδέες.
Έδινε στο μάθημα όλα του τα υπάρχοντα χωρίς υπολογισμούς και τσιγκουνιές γιατί ποτέ δεν κατάφεραν να τον απελάσσουν από τη ψυχή του. Κι όταν δεν αναγνωριζόταν η προσφορά του , ήταν αντιρρησίας της παρηγοριάς που του δίναμε εμείς. Γιατί ήταν εραστής της ζωής. Και η ζωή ποτέ δεν περιφρόνησε τους εραστές της. Τους λογάριασε σαν νικητές. Και ο Λιαντίνης τη νίκη τη γιόρτασε, ενώ την ήττα δεν την υπέγραψε.
Έσπασε τους κώδικες της υποκρισίας. Ήταν ταξιδευτής . Αν τον φόβιζε κάτι ήταν η αφόρητη πλήξη των λιμανιών και η αβάσταχτη απειλή των κάβων. Δεν ۬άντεχε να περπατάει σε μια ασφαλτοστρωμένη ευθεία. Ανέβαινε ۬۬ ολοένα ανέβαινε. Η αντοχή του δε μάτωσε ποτέ. Το βλέμμα του δεν είχε συρματόπλεγμα. Ύψωνε τα μάτια του στον ουρανό και ακύρωνε τους αντιανθρώπινους περιορισμούς. Τήρησε το νόμο και το δόγμα του ανθρώπου, γιατί ο ίδιος ήταν Άνθρωπος με «Α» κεφαλαίο.
Κι όταν νιώθαμε ναυαγοί σε μιαν απέραντη νοσταλγία για τον κόσμο που δε χώρεσε στ’ όνειρό μας και για τον πολικό αστέρα που μας πρόδωσε, εκείνος έκανε την αστρονομία ποίηση και τρυπούσε τις νύχτες για να βγει το φως.
Ήταν ο ίδιος ο άνεμος ή έκρυψε τους ανέμους στην αγγαλιά του ; Ήταν ο ίδιος ο ποταμός ή κολύμπησε πόντο- πόντο ενάντια στο ρέυμα του χωρίς να πνιγεί ; Μήπως ήταν ήλιος – με μια ποιητική παρήχηση του «λ» και του «ι», Λιαντίνης- ήλιος και μάλιστα ήλιος αποβροχάρης;
Ερωτήματα που θα μείνουν για πάντα μέσα στον ατέρμονο χρόνο αναπάντητα γιατί το αφώτιστο μυστικό τους ο δάσκαλος το πήρε μαζί του. Όμως η –σε βάθος- έρευνα του Δημήτρη Αλικάκου μας φέρνει μ’ έναν έξοχο τρόπο σε επαφή με τη ζωή, τις σκέψεις, την ψυχοσύνθεση, το ήθος και το μεγαλείο του καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη, αφήνοντας μας συγχρόνως την ελευθερία της προσωπικής ερμηνείας των γραφομένων του λειτουργώντας ακόμα και πέρα από τα στενά σύνορα της νόησης. Ακολουθεί με σεβασμό τα βήματα της πορείας του και γίνεται τελικά ο πρώτος πρεσβευτής του Λιαντίνη.
Επιλέγει με επίγνωση, όχι τον εύκολο δρόμο του φτηνού εντυπωσιασμού και της αδιάκριτης εισβολής, αλλά αυτόν της γενναίας αποκάλυψης· που είναι γενναία γιατί γνωρίζει τα όριά της. Το βιβλίο δεν προσφέρει βοτάνια για άρλεκιν πολυτελείας. Προσφέρει πνευματικό αίνιγμα που απευθύνεται στον καθένα μας ξεχωριστά.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να φανταστείτε με ένταση μια εικόνα: αστραπόβροντο στον Ταύγετο και το δάσκαλό μας με φωνή πιο βροντερή από της βροντής και μάτια πιο λαμπερά από την αστραπή ν’ απαγγέλει το παρακάτω απόσπασμα από το «Χάσμα Σεισμού: «Η θέση του ανθρώπου είναι να βρίσκεται πάνοπλος στην ακμή της Εξόδου και ανυπόδυτος στην κόψη του σπαθιού. Ν’ ανθίζει στη ρωγμή των βράχων και ν’ αστράφτει στο χάσμα της νυχτολαμπής».
Σας ευχαριστώ.

Ανθή Μανωλοπούλου (φιλόλογος – φοιτήτρια του Λιαντίνη)

Θέλοντας, κυρίες και κύριοι, να είμαι μια καλή μαθήτρια του Δημήτρη Λιαντίνη, ψάχνω την κατάλληλη αφόρμηση που θα τραβήξει το ενδιαφέρον σας σε αυτά που θα πω. Μού έρχεται, λοιπόν, στο νου μια ταινία με τον τίτλο » Άρωμα γυναίκας». Ο τίτλος αυτός, προσαρμοσμένος στο θέμα της σημερινής μας συγκέντρωσης, μπορεί να προταχθεί και στη δική μου σύντομη κατάθεση: «Άρωμα ενός άντρα» λοιπόν.
Όσοι γνωρίσαμε προσωπικά το Δημήτρη Λιαντίνη, κρατάμε βέβαια φυλαγμένες κάποιες σταγόνες απο το άρωμα αυτό, όσο κι αν περνά ο χρόνος δε λένε να ξεθυμάνουν, ενώ, όσοι δεν τον ήξεραν και προσπάθησαν να τον γνωρίσουν μέσα απο την τηλεόραση με αφορμή το θάνατό του, αμφιβάλλω αν πήρανε μυρωδιά , που λένε, για τον άνθρωπο.
Για όλους εμάς, κατέχοντες και μη κατέχοντες, ήλθε με έκπληξη καλοδεχούμενο το βιβλίο του κ. Δημήτρη Αλικάκου, ο οποίος ως καλός μυρεψός συγκέντρωσε μέσα του τις σκόρπιες σταγόνες και μας τις προσέφερε γενναιόδωρα.
Κανένας βλέπει ό,τι μπορεί να δει. Θα μιλήσω για μένα: Τον γνώρισα φοιτήτρια στη Φιλοσοφική, έτος 1989, και πιο πολύ σε μια εκδρομή της σχολής μας στην Κύπρο, η οποία οδήγησε σε μια καρδιακή σχέση, ακατάλυτη μέχρι σήμερα.
Ξεφυλλίζω και πάλι τα βιβλία του. Στο «Χάσμα Σεισμού» διαβάζω να έχω γράψει στο τέλος : 20/9/90 – Δεύτερη κοπιαστική και όμως ευφρόσυνη ανάγνωση. Πιο κάτω: 1/6/92: Τρίτη ανάγνωση.
Για πόσα άραγε βιβλία το κάνουμε αυτό;
Μιλώ βέβαια για τη γοητεία που εξέπεμπε ο λόγος του, προφορικός και γραπτός, αυτό το εκρηκτικό μείγμα αυστηρότητας και τρυφεράδας που σε μένα τουλάχιστον προκαλούσε ψυχικές, όσο και σωματικές αντιδράσεις.
Πώς γίνεται να είναι κανείς πληθωρικός συνάμα και δωρικός; Πώς γίνεται το αίσθημα να ξεχειλίζει αλλά να μην ξεχειλώνει; Ο στοχασμός να κόβει σα λεπίδι αλλά και να παρηγορεί;
Ο κ. Αλικάκος μάς δείχνει τον Ταΰγετο. Ο Λιαντίνης, λέει, φέρει τη σφραγίδα του τόπου του. Στη σελ. 125 στο «Homo Educandus» ακούμε τον ίδιο να λέει μιλώντας για τον Λυκούργο και το πολίτευμα της Σπάρτης: «Δεν ξεχωρίζει κανείς αν εκείνο που τελικά ενομοθέτησε ήταν η ιστορία του μυθικού Λυκούργου, ή η παιδαγωγική μάστιγα του Ταϋγέτου». Μήπως μιλούσε για τον εαυτό του;
Χαρίζοντας πρόσφατα το βιβλίο του κ. Αλικάκου σ’ ένα φίλο μου, τού έγραψα την εξής αφιέρωση: «Για να δεις τα ψήγματα χρυσού που αναδύονται μες από το καμίνι του πόνου».
Θέλω να πω ότι, αν το ανελέητο βουνό στάθηκε ο πρώτος παιδαγωγός, δεύτερος και μεγάλος ήτανε ο πόνος. Αρκεί να διαβάσει κανείς τις επιστολές που αφθονούν στο βιβλίο, ειδικά αυτές που έγραψε στη Γερμανία, εκεί όπου έζησε τις εφιαλτικές απομονώσεις που λέει κάπου ο Πρεβελάκης, για να διαπιστώσει πόσο ο πόνος και η ερημιά υπήρξαν σχεδόν η φυσική δίαιτά του.
Θυμάμαι ότι καμιά ερώτηση δεν του προξενούσε περισσότερη αμηχανία, από αυτή που τού έκαναν χαρωπές συμφοιτήτριές μου στην Κύπρο: «Εσείς κύριε Λιαντίνη πώς διασκεδάζετε τα βράδια;». Δυσκολευόταν πραγματικά ν’ απαντήσει.
Ακόμη και την ίδια την ποίηση την συναρτούσε άμεσα με τον πόνο. Διαβάζω κάποιους ορισμούς της ποίησης, έτσι όπως τους συνέλεξα από διαβάσματα εδώ κι εκεί: Κώστας Καρυωτάκης: «Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε». Οδυσσέας Ελύτης: «Ποίηση είναι συνουσία επ’ άπειρον». Wallace Stevens: «Ποίηση είναι ένας φασιανός που χάνεται στους θάμνους». Γιώργης Παυλόπουλος: «Η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή». Δ. Λιαντίνης: «Ποίηση είναι η μορφή που λαβαίνει η πάλη του ανθρώπου με τον πόνο του κόσμου. Η ποίηση υπάρχει σε κάθε γνήσια πράξη που αντικρύζει τον πόνο του κόσμου σθεναρά και κατά πρόσωπο».
Τί του προσφέρει λοιπόν, άραγε, μια τέτοια ιερή μοναξιά; Τού προσφέρει την γνώση σαν αντίδωρο στην πίκρα. Και μακριά από το να τον κάνει μονήρη και στύρο, σμιλεύει απάνω του την τρυφερότητα και την ανθρωπιά. Θυμάμαι πως τον έβλεπα να κλαίει όταν διάβαζε ένα διήγημα του Ντοστογιέφσκι ή του Παπαδιαμάντη.
Και θέλω να πω και κάτι άλλο· ότι η ανθρωπιά αυτή με τον καιρό πήρε την μορφή μιας παιδικότητας για μένα πολύ συγκινητικής. Εδώ, μου έρχεται στο νου ο λόγος του ίδιου του Χριστού , που είπε ότι όλη η πνευματική προσπάθεια του ανθρώπου θα πρέπει να στρέφεται στο να ξαναγίνει παιδί. Υπό την έννοια αυτή η γνώση δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επιστροφή.
Θυμάμαι πάλι με πόση χαρά μ’ έβαζε να τον ακούω ν’ απαγγέλλει ένα καινούριο ποίημα του Καβάφη που είχε μάθει απ’ έξω εκείνη την ημέρα ! Ή με πόσο καμάρι μ’ έβαζε να κυτάζω μια μαρμάρινη στήλη στην Ακρόπολη κι αυτός παράμερα, χωρίς να βλέπει, ν’ απαγγέλλει τις κάμποσες αράδες που ήσαν γραμμένες απάνω της.
Αλλά και η ενασχόλησή του με τ’ αστέρια δεν ήταν μήπως καρπός από το ίδιο δέντρο του πόνου που γέννησε και το παιδί; Αντιγράφω από το «Νηφομανή»: «Και η νοσταλγία του παιδικού μας χρόνου, είναι η ανάποδη όψη της ανέφικτης μαγείας των άστρων».
Τού είχα πει κάποτε ότι δεν έχει ξαστεριά . Και αυτός με σοβαρότητα μού απάντησε: «Ναι, με δυσκολία βλέπω τους Δίδυμους». Μού ‘χε έρθει σχεδόν να γελάσω, γιατί εγώ καλά καλά δεν ήξερα να διακρίνω ούτε τη Μεγάλη Άρκτο. Όσο η πικρή γνώση του Μηδενός έσβηνε σιγά σιγά γύρω του τους ψεύτικους φανούς της ζωής, τόσο αυτός έστρεφε τα μάτια προς τον ουρανό, σαν ένα παιδί που μετράει τ’ άστρα.
Δεν θα ήθελα να μπω βαθύτερα στην κοσμοθεωρία του, που πάντα για μένα συνοψίζεται στην ιδέα της αξεδιάλυντης σύμπλεξης του Μηδενός και του Είναι, του έρωτα και του θανάτου. Ο ίδιος θέλησε να προχωρήσει ως τα έσχατα όριά της αυτή τη διατύπωση, εννοώ να τη γράψει επάνω στο ίδιο του το σώμα.
Να μην τον κολακεύουμε λοιπόν, αλλά ούτε και να τον αδικήσουμε. Διαβάζω τις τελευταίες κουβέντες του ίδιου στο βιβλίο: «Αν καμιά φορά με αδικήσουν και με κακομεταχειριστούν με βρισιές και αράβολες πράξεις – εμένα και ότι αγαπώ- να το ξέρεις εσύ ότι είναι αδικία. Τόση μεγάλη αδικία και κακόψυχη πράξη όσο λιγότερο είναι φανερή. Να το ξέρεις, φίλε, κι ας μην το φωνάξεις, δε χρειάζεται. Η αλήθεια μισεί την υπεράσπιση».
Να μην αρνηθούμε λοιπόν στον Δ. Λιαντίνη την ιδιότητα που πάνω από όλες αγαπούσε και που τη έβλεπε σαν άθλημα και έπαθλο μαζί: το να είναι Έλληνας. Και να μην του αρνηθούμε , ακόμα και οι πιο αυστηροί, τα τρια γνωρίσματα που κατά τη γνώμη μου περιγράφουν το ήθος του γνήσιου στοχαστή: το παθος της αναζήτησης, την εντιμότητα που το παρακολουθεί και τέλος όλων, τη συνέπεια που στην περίπτωσή του μορφώθηκε στην πράξη του θανάτου του.
Όσο για μένα τον βρίσκω σταθερά από τη μεριά της ζωής, καθώς νιώθω περίεργα αισθητή την παρουσία του σε οτιδήποτε όμορφο συναντώ μέσα μου ή γύρω μου· απο μια πέτρα χρυσωμένη στο φως, μέχρι μια σονάτα του Μπετόβεν. Λες και ζητάει να μου πει ότι η κατοικία του δε βρίσκεται αλλού, παρά εκεί όπου υπάρχει η ομορφιά! Τον ευχαριστώ για όλα και σας βέβαια που με ακούσατε.

Παναγιώτης Νικολακάκος – «Παναγιώταρος»

Mε την ευκαιρία της αποψινής εκδήλωσης της παρουσίασης του βιβλίου με τίτλο: «Λιαντίνης : έζησα έρημος και ισχυρός», που έγραψε ο Δημ. Αλικάκος, επιθυμώ να εκφράσω πρώτα την αποψή μου για τη δουλειά του και δεύτερον να καταθέσω κάποιες μαρτυρίες που αφορούν τον άνθρωπο Δημ. Λιαντίνη.
Με τον Δημήτρη Λιαντίνη γεννηθήκαμε στο ίδιο χωριό, τη Λιαντίνα Λακωνίας. Είμαστε συγγενείς , υπήρξαμε συγκάτοικοι για ένα χρόνο 1966-1967. Από τότε και μέχρι την έξοδό του το 1998, 1 Ιουνίου, μας συνέδεε μια διαρκής και σταθερή σχέση αλληλοσεβασμού και αγάπης. Σε μένα εμπιστεύτηκε το μυστικό του που αφορούσε αυτή την έξοδο.
Φίλε Δημήτρη, δεν θα σταθώ στην ανάγκη που σού επέβαλλε να μπεις στη δύσκολη και με πολλούς κινδύνους και αβεβαιότητα, προσπάθεια να γράψεις αυτό το βιβλίο. Θα μπω κατευθείαν στο αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας. Εγώ που είχα την τύχη να έχω στενή σχέση με τον Δημήτρη Λιαντίνη οφείλω να ομολογήσω πως η δουλειά σου, η δουλειά τόσων χρόνων υπήρξε επιτυχής. Αυτό έγινε διότι ουσιαστικά με την επιλογή των επιστολών του Λιαντίνη που μνημονεύεις, και αφορούν μια μεγάλη χρονική περίοδο, άφησες να μιλήσει ο ίδιος για τον εαυτό του και εσύ με το διεισδυτικό σου πνεύμα, με ευαισθησία και ξεκάθαρο τρόπο, τονίζεις τα σημεία εκείνα που πρέπει να προσέξει ο αναγνώστης.
Όσοι τυχεροί διαβάσουν το βιβλίο σου, και αυτό γίνει η αφορμή να πρωτογνωρίσουν τον Δημ. Λιαντίνη, θα ανακαλύψουν έναν σπάνιο άνθρωπο, ένα διαμάντι. Και τί χαρακτηρίζει το διαμάντι:
Η σκληρότητα.
Η λεπτότητα και η τελειότητα.
Η απλότητα και η τάξη.
Η ακτινοβολία κα ιη λάμψη.
Η αναλλοίωτη ομορφιά.
Η παντοτινή αξία.
Αυτός είναι ο Λιαντίνης !
Ό, τι ακουμπάει, το χαϊδεύει και το χαράζει. Ό,τι φωτίζει, το ζεσταίνει και ζεματάει.
Με λίγα και απλά λόγια δίνεις την πραγματική διάσταση του χαρακτήρα του, αποφεύγοντας τις υπερβολές. Αυτό δεν είναι μια αυθαίρετη δική μου άποψη, αλλά θα αποδειχθεί αμέσως διαβάζοντας μια επιστολή του που μού είχε στείλει απο το Μόναχο , όταν εγώ υπηρετουσα την στρατιωτική μου θητεία και ένα απόσπασμα απο το βιβλίο σου. [ σελ. 201]
Munchen 11/1/72
Φίλε Πίππη πριν λίγα λεπτά έλαβα ένα γράμμα. Πικράθηκα πολύ. Θυμήθηκα τη λέξη του Γκαμπρού και τη φώναξα δυνατά γερμανικά Scheische = ΣΚΑΤΑ . Έτσι που ν’αντηχήσει μάσα στο δωμάτιάκι μου και να την ακούσει και η θλιμμένη Παναγιά που’χω κρεμασμένη πάνω στο μαξιλάρι μου. Με γαλήνεψε μόνο η σεμνή σου, η περίφανη και αξιόπρεπη στάση σου μέσα στο γράμμα . Ούτε ένα παράπονο , ούτε μία λανθάνουση παρασιώπηση πικρίας για την αδικία που σού ’γινε . Αυτη είναι μια σωστή στάση ανθρώπου. Θυμήθηκα στον Θουκυδίδη απο τους προγόνους, που μέσα στο έργο του ούτε μία λέξη δεν λέει για την άδικη καταδίκη του και την εξορία του απο την πατρίδα του στην Αθήνα. Είναι η μεγαλόπρεπη σιωπή του αδικημένου που μπορεί να βουλώσει και τη πιο στριγγλιάρικη καμπάνα.
Πικράθηκα, γιατί ξέρω καλύτερα απο τον καθένα ότι θα γινόσουνα ένας ωραίος και λεβέντης αξιωματικός. Φίλε, ρίξε το παράπονό σου μια νύχτα ασέληνη στην ακτή να το πάρει η θάλασσα βαρκούλα. Και μη βλαστημήσεις την αθώα πατρίδα. Και να θυμηθείς κι εσύ το σύντομο λόγο του παληού διδαχού ‘’ και σεμνότερον και αξιώτερον, και εν μείζονι μοίρη’’.
Να εκμεταλλευθείς το καιρό σου όσο μπορείς με μελέτη και στο τέλος θα απολυθείς ωφελημένος. Το Πάσχα πρέπει με κάθε τρόπο να κατέβεις στο άγιο χωριό μας. Σού στέλνω 20 DM να καπνίσεις κανά τσιγάρο σε ώρες περισυλλογής.
Δικός σου
Δημήτρης.
Και τώρα το απόσπασμα από το βιβλίο σου:
Ο Λιαντίνης είχε ορίσει κανόνες στις σχέσεις του με τους ανθρώπους. Αρκούσε μια «λάθος» επιλογή του φίλου του για να τον απομακρύνει απο εκείνον. Το είδαμε στον Κυρηκόπουλο, πόσο ‘’σκληρά’’ τού φέρθηκε. Αντίθετα, μια λέξη , μια ματιά, μια ομιλούσα σιωπή, ήταν ικανή να σε φέρει κοντά του, και τότε δινόταν απόλυτα, σε αγαπούσε χωρίς όρια. Ο Λιαντίνης δεν συμβιβαζόταν με τίποτα λιγότερο απο αυτό που ήθελε.
Με την επιστολή κόσμημα που διάβασα, την οποία εσύ Δημήτρη Αλικάκο δεν γνώριζες, αποδεικνύεται πόσο εύστοχα επισημαίνεις γράφοντας στο βιβλίο σου: «μια λέξη , μια ματιά, μια ομιλούσα σιωπή ήταν ικανή να σε φέρει κοντά του και τότε δινόταν απόλυτα, σε αγαπούσε χωρίς όρια !»
Για τη δουλειά σου λοιπόν, Δημήτρη, σού αξίζουν συγχαρητήρια, πρώτον διότι αν και δεν είχες γνωρίσει τον Λιαντίνη πριν στη ζωή, μπόρεσες από την αρχή να διακρίνεις, κόντρα σ’ όλα τα μέσα επικοινωνίας, ότι εδώ κάτι το ξεχωριστό συμβαίνει και δεύτερο διότι σ’ όλη την προσπάθεια κράτησες το Μέτρο. Χαλάλι λοιπόν ο κόπος σου, οι αγωνίες που πέρασες και οι δυσκολίες που συνάντησες.
Πριν τελειώσω είμαι υποχρεωμένος, εγώ που τον γνώρισα τόσο πολύ και μάλιστα όπως ανέφερα στην αρχή και το ξανατονίζω, είχα την καλή τύχη να συγκατοικήσω μαζί του, να πω και τούτα:
Ήταν λιτός, τού αρκούσαν ελάχιστα υλικά αγαθά για να είναι πλούσιος. Σε θέματα τάξης, απλότητας, καθαρότητας και αισθητικής ήταν απόλυτος. Αν και ήταν κατεξοχήν άνθρωπος του Πνεύματος και στοχαστής των άκρων, ήταν ταυτόχρονα πολύ ανθρώπινος. Μπροστά στα μεγάλα και μικρά στεκόταν με τον ανάλογο σεβασμό. Έννοιες γι’αυτόν όπως :
Κόσμος- Γη
Πατρίδα- χωριό
Σπίτι- κρεβάτι
Φαγάκι- κρασάκι
Άνδρας- γυναίκα
Μάνα- πατέρας
Φίλος- αδελφός
ήταν ιερές. Εξέφραζε απεριόριστη αγάπη και τρυφερότητα στα παιδιά και στους ηλικιωμένους. Λειτουργούσε πάντα με πλήρη συνείδηση και ευθύνη. Δεν άφηνε στην τύχη και στους άλλους τίποτα που τον αφορούσε.
Πώς θα άφηνε λοιπόν την κορυφαία του Πράξη – τον θάνατό του- στην τύχη και στους άλλους ; Τον διαχειρίσθηκε όπως εκείνος ήθελε. Στον τόπο, στον χρόνο και στον τρόπο που επέλεξε. Ήταν αληθινός. Αυτά που έλεγε, αυτά που έγραφε. Αυτά εννοούσε. Τα ίδια τα ζούσε, τα έκανε πράξη. Αυτά που λέω εγώ τώρα για τον Λιαντίνη, δεν έχουν καμία αξία αν δεν τα πιστεύω. Πώς αποδεικνύεται ότι τα πιστέυω; Μόνο με πράξη. Ποια Πράξη; Η πράξη που περιγράφεις Δημήτρη στο βιβλίο σου στην σελ. 323 και τα ερωτήματα που βάζεις:
«……Ο Παναγιώτης λεει ότι όταν βρήκε τον τάφο του Λιαντίνη πείστηκε ότι ήταν μέσα [ αναφέρει τους λόγους] χωρίς να τον ανοίξει, γιατί του το ζήτησε ο ίδιος.
Μα πως είναι δυνατό, θα αναρωτηθεί κάποιος εύλογα, να περιφρουρεί μια τρύπα για εφτά ολόκληρα χρόνια, με σκοπό στο τέλος της εφταετίας να αποκαλύψει τον τάφο , αν δεν ήταν απόλυτα σίγουρος, ότι είναι μέσα; Και πώς μπορεί να είναι σίγουρος απόλυτα αν δεν τον δει;»
Η απάντηση στα εύλογα αυτά ερωτήματα είναι απλή.
Μα για τον Λιαντίνη μιλάμε !
Τελειώνω με αναφορά στην πιο συγκλονιστική στιγμή που έζησα μαζί του σ’ όλη τη διαδρομή μας. Είναι η στιγμή που αφού μού είχε αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό, επρόκειτο να χωρίσουμε για πάντα. ‘’ Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και μού είπε:Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σ’ αγαπώ ! Τώρα αισθάνομαι σα πουλάκι !’’
Έτσι έφυγε ο Λιαντίνης, σαν πουλάκι….
Όπως καταλαβαίνετε, τέτοιες στιγμές δεν περιγράφονται, μόνο βιώνονται. Αυτό πάντως που μού έμεινε από εκείνη την κρίσιμη και οριακή ώρα είναι:
Αισθάνθηκα έναν άνθρωπο πλήρη, σίγουρο, ελεύθερο, ευτυχισμένο. Και είναι φυσικό να ήταν έτσι, διότι είχε αποκτήσει το ανώτατο αγαθό που μπορεί ν’ αποκτήσει άνθρωπος. Να νικήσει το φόβο του θανάτου.

Δημήτρης Αρβανιτάκης (Ιστορικός στο Μουσείο Μπενάκη – φοιτητής και φίλος του Λιαντίνη)

Κατόπιν Εορτής
Αισθάνομαι την αμηχανία ενός λόγου που πρέπει να ειπωθεί την αμηχανία ενός λόγου που περιμένει να γίνει πράξη. Αισθάνομαι την απορία, καθώς πρέπει να συγκροτήσω έναν λόγο χωρίς κενά, έναν λόγο που να μην φανερώνει την αμηχανία και την απορία αλλά, εγώ τις αισθάνομαι.
Θ’ αρχίσω ανάποδα, για να αποφύγω τις καταθέσεις προσωπικών μαρτυριών, που δεν έχουν άλλωστε καμιά σημασία αυτή τη στιγμή. Θ’ αρχίσω από το βιβλίο για το οποίο είμαστε σήμερα συγκεντρωμένοι εδώ. Και πρέπει να πω εξαρχής ότι πρόκειται για μια προσφορά ενός ανθρώπου που δεν εγνώρισε τον Λιαντίνη, αλλά είχε την αντοχή και το μεράκι να ψάξει και να μας προσφέρει ένα corpus πληροφοριών, που είναι χρήσιμο. Είναι χρήσιμο; Λέω ναι, δίχως καμιά επιφύλαξη, γιατί είναι ένα έντιμο έργο, που προσπαθεί να αποτυπώσει ένα πρόσωπο, να το διασώσει, να το σκιαγραφήσει μέσα από τις μαρτυρίες εκείνων που διασταυρώθηκαν μαζί του, μέσα από το στόμα εκείνων που κρατούν -άλλος πολύ, άλλος λίγο- την εικόνα του. Ένα βιβλίο γραμμένο, δίχως αμφιβολία, με θαυμασμό, ένα βιβλίο που ομολογημένα δεν είχε στις προθέσεις του να αναλύσει, να σχολιάσει το έργο του νεκρού μας φίλου. Αυτό, αν γίνει, μέλλει να γίνει. Τούτο το βιβλίο θέλησε να είναι μια προσπάθεια αποκατάστασης και καθαρισμού όλου εκείνου του ρύπου και της παραφιλολογίας, που δυστυχώς δεν πρέπει να χρεωθούν ολοκληρωτικά στην ύπουλη λαιμαργία των μέσων ενημέρωσης.
Τέλος, τούτο το βιβλίο θέλησε να είναι ένας στέφανος, με την έννοια που είχαν παλιά οι αφιερωματικές συλλογές ποιημάτων. Μια προσφορά. Μια προσφορά πολλαπλή. Και για όσους εγνώρισαν και για όσους δεν εγνώρισαν τον Λιαντίνη. Πρέπει να πω, ότι ανήκω στους πρώτους, αλλά πρέπει επίσης να πω ότι ένιωσα ένα τράνταγμα διαβάζοντάς το.
Ο χρόνος περνάει, και δεν περνάει ατιμώρητα. Ο χρόνος περνάει και σηκώνει πίσω του μεγάλα, άλλοτε ευεργετικά και άλλοτε όχι, σύννεφα σκόνης. Αυτή η σκόνη λέγεται αλλιώς βιοτή. Ο χρόνος περνάει και σκιάζει, στρογγυλεύει και ξεθυμαίνει τις μορφές. Ο χρόνος περνάει και γεννάει διαρκώς τον εαυτό του. Ο χρόνος περνάει και σπρώχνει τις περασμένες εικόνες εκεί μακριά στον ορίζοντα. Ο χρόνος περνάει και στρογγυλεύει τον πόνο: αυτή είναι η αλήθεια. Σ’ αυτό το πέρασμα του χρόνου, τα τελευταία οχτώ χρόνια έχω μιλήσει με τον Λιαντίνη εκατοντάδες φορές και εκατοντάδες φορές έχουμε πιει μαζί κρασί το βράδυ. Αλλά, για πρώτη φορά, μετά την τελευταία φορά στην Πεντέλη, είδα τη φωνή του να σηκώνεται μέσα από το χαρτί αυτού του βιβλίου και να ζωγραφίζει δυο λέξεις που του τις προσφέρω –και γιατί μου τις είχε ζητήσει- δίχως καμιά επιφύλαξη: διάρκεια και ειλικρίνεια. Μιλάω για τη φωνή του, όπως αυτή αποτυπώνεται στα γράμματα προς τον αδελφό του, που περιέχονται σ’ αυτό το βιβλίο. Και είναι μια μακρινή μαρτυρία, εδώ και σαράντα, τριάντα, είκοσι χρόνια, που μας δείχνει τι; Μας δείχνει έναν άνθρωπο που από πολύ νωρίς αποφάσισε να ψάξει τον εαυτό του, να γδάρει τον εαυτό του το μέσα έξω, να πετάξει το τομάρι του βορά στους λύκους και να ντυθεί την Ανάγκη του. Να σας θυμίσω, αν και μπορεί να μη χρειάζεται, τη φράση που έγραψε απέξω από τη νιτσεϊκή απόδοση του Ecce Homo: εδιζησάμην εμαυτόν. Αυτή τη φράση του Ηράκλειτου, που δεν ξέρω να πω πόσοι μπορούν να καυχηθούν ότι την κατάπιαν, όπως κατάπιε στ’ όνειρό του τον πάπυρο ο Μιχαήλ Ψελλός.
Ο άνθρωπος είναι ανυποψίαστος για τον εαυτό του, όπως ανυποψίαστος υπήρξεν ο Οιδίπους πριν από τον πανούργο χρησμό του Μαντείου των Δελφών. Αλλά, άπαξ και σκούξει η κουκουβάγια στ’ αυτί σου, ακολουθείς τη μοίρα του Ενκιντού –από την ανάποδη, τώρα: δεν είναι τα ζωντανά που δε σε γνωρίζουν και σε αποστρέφονται· είναι οι άνθρωποι. Τον ομφάλιο λώρο που σε δένει με τα ζώα τον έχεις σπάσει προ πολλού –κι έτσι παίρνεις προίκα μια μεγάλη έρημο που είναι ολόκληρη ο εαυτός σου. Εκεί μέσα φτιάχνεις το βασίλειό σου, εκεί μέσα χαλκουργείς τη φωνή σου, εκεί μέσα πυρώνεις τα χέρια σου. … Δεν ξέρω πώς ακούγονται αυτά, μπορεί σαν μια ηθελημένη λεξιθηρία. Όμως δεν με νοιάζει, γιατί πιστεύω ότι οι λέξεις πρέπει να αρχαιολογούνται αρμονικά με το περιεχόμενό τους. Και στην περίπτωσή μας, έξω κι αν κανείς είναι τυφλός, ο Λιαντίνης έχτισε πέτρα πέτρα τον εαυτό του, μόνος, λίγο πιο δίπλα από τον κουρνιαχτό της αγοράς. Αυτό υπήρξε μια δραματική στιγμή της ύπαρξής του, και αυτό πρέπει να ειπωθεί με λόγια που αρμόζουν. Αλλιώς, αμαρτάνουμε: χάνουμε δηλαδή τον στόχο. Έτσι, ο Λιαντίνης, σαν άκουσε στ’ αυτιά του τον χρησμό του ένδον μαντείου, ανακάλυψε την έρημο· έγινε αναπότρεπτα ανεπίκαιρος. Ο ίδιος ήξερε καλά το νόημα αυτής της λέξης, με την οποία ο Νίτσε είχε κάποτε επιγράψει τους στοχασμούς του. Ανεπίκαιρος.
Κατά τούτο, δεν πιστεύω ότι ο Λιαντίνης έζησε σε λάθος εποχή. Πιστεύω, αντίθετα, ότι υπήρξε ο λάθος άνθρωπος. Και θα ήταν λάθος σε κάθε εποχή, όπως λάθος υπήρξαν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που τους χρωστάμε το μυαλό μας, που τους χρωστάμε τις πιο βαθιές όψεις του κόσμου. Αυτή η εικόνα, που μοιάζει ρομαντική, εμπεριέχει μια βασική ουσία του δυτικού στοχασμού: εμπεριέχει την έννοια της σύγκρουσης, την έννοια της δημιουργικής άρνησης, την έννοια της διανοητικής εγρήγορσης. Διαθέτουμε τα χνάρια αυτής της διανοητικής στάσης: ένα ποίημα, που είναι ο Αρχαϊκός κορμός Απόλλωνος, ένας πίνακας, που είναι Η καταιγίδα, ένα μυθιστόρημα, που είναι Οι Δαιμονισμένοι, ένας στοχασμός, που είναι Η Γενεαλογία της Ηθικής, ένα σπάραγμα, που είναι Ο πόρφυρας…. Θα μπορούσα να συνεχίσω. Θα μπορούσα να συνεχίσω γι’ αυτά τα ψίχουλα, που όλοι μας έχουμε γευτεί από το τραπέζι των μεγάλων μας δασκάλων. Αλλά μπορώ με μια εικόνα ν’ αποτυπώσω την ίδια τη σύγκρουση: σκεφτείτε τον Λεονάρντο ντα Βίντσι να κρυφοκοιτάζει τον μεγάλο εκείνο Ιεροεξεταστή στη Φλωρεντία, κρυμμένος πίσω από μια κολώνα, και να αποτυπώνει τις κινήσεις του στο τετράδιό του, καθώς αυτός εξαπέλυε τους μύδρους του ενάντια στην ίδια τη γήινη ζωή. Όλοι εμείς μπορούμε μονάχα να ακραγγίξουμε τη φύτρα, τη μοίρα που γεννάει τους μεγάλους δασκάλους, αλλ’ όχι να αιστανθούμε τους σεισμούς. Και πρόκειται για μοίρα, αφού ο Χαίλντερλιν δεν μπόρεσε να αντέξει το Φως, ο Μαγιακόφσκι δεν κατόρθωσε να γευτεί το κορμί της Μεγάλης Επανάστασης που ερωτεύτηκε, ο Ρίλκε έφτασε να αγορεύει στο Κενό, ο Νίστε σπρώχτηκε να κοιτάζει τα βουβά υστερινά του χρόνια καθισμένος στα γόνατα της τρέλας του. Ποια πράξη μένει δίχως συνέπειες; Ο θεός των δασκάλων μας έχει χέρια πολύ σκληρά και δεν χορατεύει. Θυμηθείτε τον λόγο του Χαίλντερλιν: «Να μιλήσω με τους ανθρώπους είναι δύσκολο. Μεγάλωσα στην αγκαλιά των Θεών». Θυμηθείτε τον λόγο του Σεφέρη: «Είναι σωστό αυτός ο κόσμος να με αποκλείει»… Ο θεός των στοχαστών λέγεται ιστορία –και, φυσικώ τω λόγω, είναι ένας θεός πολύ σκληρός. Αλλά, σ’ αυτό, δυστυχώς, θα επανέλθω.
Ο Λιαντίνης, που δεν υπήρξε ούτε καλλιτέχνης, ούτε φιλόσοφος αλλά στοχαστής, στήλωσε το βλέμμα του και διέγνωσε κάτι που μπορεί και να μοιάζει αυτονόητο. Άγγιξε την αρρώστια του πολιτισμού και μίλησε για κείνο το κρίσιμο σημείο, μετά από το οποίο δεν υπάρχει γυρισμός: το κομβικό σημείο της παιδείας. Και θέλησε να υψώσει ανάχωμα σε τούτη τη φθορά. Το όπλο του; οι αλήθειες: η αλήθεια του θανάτου, η αλήθεια του έρωτα, η αλήθεια της σκληρότητας, η αλήθεια της διαρκούς αναζήτησης, η αλήθεια του κόπου και της συναίσθησης του μέτρου.
Έβαλα πρώτη την αλήθεια του θανάτου, για να θυμίσω ότι κανένας στοχαστής, κανένας καλλιτέχνης που νιώθει ανατριχίλα καθώς το φίδι σκαρφαλώνει στην πλάτη του, δε λησμόνησε ποτέ εκείνο το πλατωνικό: ότι η ζωή είναι «μελέτη θανάτου». Και δεν το λησμόνησε ούτε ο Λιαντίνης. Όπως δε λησμόνησε εκείνη την άλλη φράση: «Και ψυχή ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν εις ψυχήν αυτή βλεπτέον». Ζητούσε από τον άνθρωπο να μάθει να χτίζει το σπίτι του κάτω από το φως του θανάτου που καταυγάζει τα βήματά μας. Κάτω από το φως που εκλύεται από τη μοίρα, από την τραγωδία, από τούτη την κορυφή του ανθρώπινου πνεύματος. «Πόση αλήθεια σηκώνει ένα πνεύμα; Αυτό γίνεται για μένα όλο και περισσότερο το κριτήριο σοβαρότητας των ανθρώπων». Έτσι έλεγε ο γέρο-Νίτσε και έτσι νομίζω ότι πίστευε και ο Λιαντίνης.
Δεν έχει νόημα να ρωτηθούμε τι κατάφερε. Κοιτάξτε τα πρόσωπα της Ακαδημίας Αθηνών, κοιτάξτε τα πρόσωπα των διανοουμένων μας, κοιτάξτε τα πρόσωπα των πανεπιστημίων μας, κοιτάξτε τους νεκρούς που γυροφέρνουν κυνηγώντας την αλήθεια τους τούτη την ώρα στην οδό Πανεπιστημίου –αλλά πριν απαντήσετε, διαβάστε πάλι την καταδίκη που εξαπέλυσε ο κόντε Σολωμός για τα ιταλικά πανεπιστήμια, όταν ξεπροβοδούσε μ’ εκείνο το Εγκώμιο τον μακρινό πατριώτη του, τον Ούγκο Φώσκολο. Ο Λιαντίνης αγαπούσε πάντα να απαγγέλλει χαμογελώντας εκείνη την ιερεμιάδα του Βάρναλη: «Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες, σκεμπέδες σταυροθόλωτοι, με βρώμιες ποδαρούκλες…», και μένα κάποτε μ’ άρεσε ν’ απαντάω με την άλλη επικίνδυνη φλεγόμενη πλέον ευαισθησία του Ρώμου Φιλύρα: «Όχλε, λαέ βαρβάρων, σπέρμα νόθο …». Που πάει να πει: «Πού βρίσκεται η ευθύνη; Ποιος είναι ο αθώος; Πού κατοικεί ο αμέτοχος, τούτη την ώρα που μας έχει πάρει το κατόπι ο ορυμαγδός των έργων μας;»
Τούτη η διάχυση της ευθύνης, τούτο το απεριόριστα μοιρασμένο άγος της καταστροφής, υπήρξε το πρόβλημα που θέλησε να λύσει ο Λιαντίνης. Και δεν εύρισκε άλλον τρόπο από το γκρέμισμα της αποδεκτής αλήθειας, της «λειτουργικής πλάνης», από την καλλιέργεια της συναίσθησης της ευθύνης, από την ανάσυρση από την πολιτισμική λήθη των δρόμων που έχουν σπρωχτεί στο περιθώριο της ιστορίας. Κι έτσι, μπορεί να καταλάβει κανείς, γιατί περισσότερο κι απ’ το μεγάλο μεσημέρι της κλασσικής Αθήνας, έφερνε μπροστά στα μάτια μας την Αθήνα των Περσικών πολέμων, την αυγή του ελληνικού στοχασμού. Κι έτσι μπορεί να καταλάβει κανείς, γιατί στο μυαλό του είχε αποκτήσει συμβολική σημασία το επίγραμμα εκείνο που θέλησε να σκαλίσει ο Αισχύλος στον τάφο του. Κι έτσι μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί αναγνώριζε τον καταστροφικό ρόλο που παίζει η πανούκλα των θρησκειών στη διαδικασία της αυτοσυνείδησης και της θαρραλέας στάσης του ανθρώπου.
Λέω πράγματα γνωστά. Αλλά πρέπει να φανεί γιατί η προσπάθεια μιας ριζικής επανανάγνωσης του σημερινού προσώπου της Δύσης, και κυρίως της Ελλάδας, δε μπορούσε παρά να συναντήσει την αντίδραση που συνάντησε, και που επενδύθηκε με τη σοβαρότητα των σοβαρών και που εκφράστηκε με την εχθρότητα, την απαξίωση, τη σιωπή, και, γιατί όχι, με τη διαβολή και την ειρωνεία.
Είπα πιο πριν για την ιστορία, και εννοώ την πραγματωμένη εικόνα του ανθρώπου, εν τόπω και εν χρόνω. Αυτό είναι το τελικό κριτήριο της αντοχής των ιδεών μας. Ο στοχαστής δε μπορεί να βγει από την ιστορία, μα ούτε και ο καλλιτέχνης. Να θυμηθούμε την οριακή φράση ενός από τους τελευταίους, του Τζαίημς Τζόυς, που έλεγε: «Η ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο αγωνίζομαι να βγω», -αλλά, ας μην κάνουμε θεωρίες. Εκείνο που προσπαθώ να πω, πισωγυρίζοντας και κλώθοντας τα βήματά μου σαν τον αγγελιαφόρο που φέρνει στον Κρέοντα την είδηση για το έγκλημα της Αντιγόνης, είναι ότι ο στοχασμός του Λιαντίνη στη σύγκρουσή του με την ιστορία τραυματίστηκε. Ο Ντοστογιέφσκι είπε τούτη τη στυφή φράση: «Τους ανθρώπους δε μπορείς να τους αγαπάς από κοντά»! Έχω την εντύπωση ότι η χολή που έσταζε μέσα του διαρκώς ο υπαρκτός κόσμος, η απελπισία από το αδιάβροχο του κόσμου και ο τρόμος από το ανεπίστροφο της ανθρώπινης πορείας, όλα αυτά δε μπόρεσαν να μεταπλαστούν σε μία καινούργια συμπαγή γλώσσα, που θα συγκροτούσε μια νέα πρόταση.
Με άλλα λόγια, ο Λιαντίνης διέβλεψε με κρυστάλλινη καθαρότητα την απίσχνανση του ανθρώπου μέσα στην ιστορία, την αντικατάσταση του μυστηρίου από την άνευρη επικοινωνία, την ύβριν που διαπράττει ο δυτικός πολιτισμός, τα πλοκάμια της υποκρισίας. Είδε σωστά τα μεγάλα μαθήματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, στο σημείο ακριβώς της αρμογής της ανθρώπινης με τη φυσική στιγμή, είδε τη γενεσιουργό και πλαστουργό σημασία της υπαρκτικής αγωνίας και της Ανάγκης, όπως αυτή κορυφώνεται και εμπεδώνεται στο περικαλές άγαλμα, είδε την παιδαγωγική σημασία της τραγωδίας και κατανόησε πάνω στα χνάρια του Νίτσε και λίγων ακόμη το πηχτό νόημα του πινδαρικού στίχου: «επάμεροι΄ τι δε τις; τι δ’ ού τις; σκιάς όναρ άνθρωπος»: κατανόησε την τραγωδία της ομορφιάς, το φως του θανάτου.
Αλλά εδώ, εδώ νομίζω ότι βρίσκεται ένα κομβικό σημείο στη σκέψη του, και που αποτυπώνεται ανάγλυφα στη Γκέμμα. Η αντίληψή μου δηλαδή είναι ότι για τον Λιαντίνη ο ελληνικός κόσμος, η αρχαιοελληνική στιγμή μετατράπηκε σε ένα είδος μεταφυσικής κατηγορίας. Ένα κλειδί με το οποίο επιχείρησε να μετρήσει και να ξεκλειδώσει τη σημερινή πολιτισμική κατάσταση του έλληνα. Κι έπλασε έτσι την αντίθεση ανάμεσα στον «ελληνοέλληνα» και τον «εβραιοέλληνα». Πίστεψε ότι όχι μόνον οι θρησκείες υπήρξαν μια πανούκλα στην ιστορία, αλλά ότι επιπλέον η, ας την πούμε έτσι, η κατάπτωση του μετα-αρχαίου έλληνα οφείλεται στην κατίσχυση του εβραϊκού στοιχείου πάνω στην ελληνική κοσμοαντίληψη. Ότι αυτός υπήρξε ο καταστροφικός παράγων που εμπόδισε τους έλληνες να συνεχίσουν τη μεγαλοσύνη των αρχαίων. Μ’ αυτή τη λογική, οποιαδήποτε στάση φαίνεται να αντιπαλεύει τη βασιλεία της εκκλησίας, μπορεί να θεωρηθεί «ελληνική». Κι έτσι για παράδειγμα, ο Λέων Γ΄ Ίσαυρος, που «σήκωσε αυτό που το λένε Εικονομαχία», μπορεί να ονομαστεί «μετρημένος “έλληνας”», μπορεί να θεωρηθεί ως ο άνθρωπος που πρόβαλε την «τελευταία αντίσταση» στην εκκλησία (Γκέμμα, 117). Κι αντίθετα, πηδώντας πάνω από τους ιστορικούς χρόνους, οι Φαναριώτες: «αυτή η λύμη και η συφορά, … το θρεφτάρι του ελληνοεβραίικου φυράματος … την ώρα του μεγάλου Σηκωμού, … θα δημιουργήσουν τη μοιραία αντιπαράθεση ανάμεσα στους γνήσιους έλληνες, τους ελληνοέλληνες αλλιώτικα, και στους μούλους έλληνες, τους ελληνοεβραίους αλλιώτικα. Ανάμεσα, δηλαδή, στα “συνήθια της Ιλιάδας” που αποκρατούν ακόμη, όπως έγραφε ο Σολωμός, την ουσία, και στη δουλόφρονα και μουλωχτή πολιτική του κλήρου, τον τύπο» (Γκέμμα, 120). «Το σχήμα ελληνοέλληνες και ελληνοεβραίοι στο μεγάλο Σηκωμό θα λάβει τη διπλή διάταξη. Από δω οι αγωνιστές και οι αγράμματοι, από κει οι πολιτικοί και οι κοντυλοφόροι φαναριώτες» (Γκέμμα, 120). Αν λοιπόν «όλα τα αυτονόητα εθνικά μας δίκαια ευρωπαίοι και αλβανοί, βούλγαροι και εβραίοι, ορθόδοξοι και ρούσοι, τούρκοι και βουσμανοαμερικάνοι τα βλέπουν σαν ανόητες και μίζερες προκλήσεις, σαν υλακές και κλεφτοεπαιτείες», γι’ αυτό υπάρχει η εξήγηση: «Τα διότι είναι πολλά. Όλα όμως συρρέουν σε μια κοίτη. Σε μια απλή εξίσωση με δύο όρους και ένα ίσον. Είναι ’τη: νεοέλληνες ίσον ελληνοεβραίοι» (Γκέμμα, 108).
Εν κατακλείδι, όμως, και παρά το ότι δεν υπάρχει «γριά στην επικράτεια που να μην ξεύρει τούτους τους εβραίους», τον Μωυσή δηλαδή, τον Αβραάμ, τον Ησαία, τον Ηλία με το άρμα, τον Νώε, τον Βαφτιστή κλπ., ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τη γνώση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, «κάπου βαθιά στον καθένα μας υπάρχουν κρυμμένοι οι έλληνες. Και περιμένουν» (Γκέμμα, 124). Αυτή είναι η παρηγοριά. Και η λύση. Αυτό, όμως, είναι επίσης εκείνο που εγώ ονομάζω μεταφυσική και που μπορεί εύκολα, όπως νομίζω ότι έχει ήδη γίνει, να εκτρέψει τα ζητούμενα και τις συζητήσεις μας σε άλλα μονοπάτια, πολύ πιο αγοραία, πολύ πιο επικίνδυνα, πολύ πιο εξαργυρώσιμα στο πλαίσιο του εθνικιστικού λόγου. Άσχετα με το τι ήθελε και σκεφτόταν ο Λιαντίνης.
Υποστηρίζω δηλαδή ότι αν οι θρησκείες είναι η πανούκλα και αν ο χριστιανισμός διέλυσε την ουσία του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αυτό δεν συνέβη μόνο για τον ελληνικό χώρο· ότι αν οι σημερινοί έλληνες αγνοούν τι σημαίνει «σφαίρος στον Εμπεδοκλή, κενό στον Δημόκριτο, εκπύρωση στον Ηράκλειτο, μηδέν στον Παρμενίδη, κατηγορία στον Αριστοτέλη, τόνος στους Στωικούς» (Γκέμμα, 111), το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και με τους αρχαίους έλληνες και το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τους άλλους σύγχρονούς μας μη έλληνες· ότι αν συνέβη πραγματικά η Εικονομαχία, αυτό δεν οφειλόταν στη σύγκρουση αρχαιοελληνικού και χριστιανικού κοσμοειδώλου· ότι αν η διαχειριστική-εξουσιαστική τάξη των Φαναριωτών συνδέθηκε με την εκκλησία, αυτό δεν έγινε στο πλαίσιο μιας διαδικασίας καταστροφής του ελληνισμού· ότι αν συνέβησαν οι εμφύλιοι στην ελληνική επανάσταση, αυτοί δεν έγιναν μεταξύ «εβραιοελλήνων» και «ελληνοελλήνων»· κι ότι αν ξεχωρίζουν στην ελληνική ιστορία ο Καποδίστριας, ο Τρικούπης και ο Βενιζέλος, αυτό δεν έχει να κάνει με στιγμιαίες αναδύσεις στοιχείων του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Άλλες νομίζω είναι οι τροπές της ιστορίας και άλλα είναι τα ερμηνευτικά εργαλεία. Θέλω μ’ άλλα λόγια να πω, ότι δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία, και βεβαίως την ελληνική, με όρους παρακμής και κατάπτωσης, γιατί τούτο μας εμποδίζει να αντιληφθούμε τις διαδρομές και τις εκάστοτε υποστάσεις. Αυτό είναι εκείνο που ονομάζω τραυματισμό του στοχασμού του, αντίφαση, αν το θέλετε, που επιτρέπει στη μεταφυσική να «μπει απ’ το παράθυρο».
Αλλά. Καλές είναι οι αντιρρήσεις και οι διαφωνίες. Όμως, πίσω απ’ αυτές, πάνω απ’ αυτές, όταν σκέφτομαι τον Λιαντίνη, χρόνια νομίζω ότι ακούω μονότονα τη σιωπή των ποιημάτων:

Είδα μέσα στη νύχτα

τη μυτερή κορυφή του βουνού

είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο

με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού

είδα, γυρίζοντας το κεφάλι

τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες

και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή

αρχή και τέλος

η τελευταία στιγμή΄

τα χέρια μου.

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες΄

τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα

τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα

τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.

Πληγωμένος από το δικό μου χώμα

τυραννισμένος από το δικό μου χώμα

τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο

καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς,

τούτες τις πέτρες.

………………………………………………………………..

Έφευγε ο Μάης του 1998. Συναντηθήκαμε το μεσημέρι, σ’ ένα αγαπημένο μέρος στην Πεντέλη. Είχα μόλις διαβάσει τη Γκέμμα. Και είχα ζεστές μέσα μου τις αντιρρήσεις, κάποιες από τις οποίες μόλις ανέφερα. Μιλήσαμε για τούτα και για άλλα. Ώρες πολλές. Με τον τρόπο που ξέραμε. Δοκιμάζοντας ο ένας κι ο άλλος την κουβέντα του. Όταν φύγαμε, τ’ αστέρια ήτανε κιόλας καρφωμένα ψηλά στο παγωμένο τους βασίλειο. Σταματήσαμε και τα διαβάσαμε. Μέσα στο σιωπηλό κενό, άκουγες να πέφτουν και να σβήνουν τα ονόματα των μακρινών ματιών του ουρανού. Ώρα πολλή. Παράξενα, σαν τους ποιητικούς αρμούς του Κάλβου που στάζουν απάνω στην κυματιστή θάλασσα.
Η νύχτα είχε γίνει νύχτα. Και χωρίσαμε. Για πάντα. Μπορεί εκείνος να σκεφτόταν τη φράση που εξαπέλυσε στους δικαστές του ο Σωκράτης στο τέλος της Απολογίας. Εγώ όμως, συχνά πυκνά από τότε, σκέφτομαι τη βασανιστική και ανεπίστροφη φράση που έφτυνε το Κοράκι του Έντγκαρ Άλλαν Πόε: Ποτέ πια.

Διοτίμα Λιαντίνη (κόρη του Δημήτρη Λιαντίνη)

Καλησπέρα σας. Θα αρχίσω με μια διευκρίνηση. Στη συγκέντρωση αυτή δεν θα μιλήσω ως Ιστορικός Τέχνης, Επίκουρη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, τίτλος που καταλαμβάνει μια ολόκληρη αράδα στην πρόσκληση, αλλά ως κόρη του Δημήτρη Λιαντίνη, κάτι που αναφέρεται στην παρένθεση.
Όταν ο συγγραφέας του βιβλίου μου ζήτησε για πρώτη φορά να μιλήσω στη σημερινή εκδήλωση η πρώτη μου αντίδραση ήταν αρνητική. Όχι. Γιατί; Διότι μέχρι τώρα τέτοια ήταν πάντα η αντίδρασή μου σε παρόμοιες περιστάσεις. Ίσως γιατί έμαθα να ζω με οδηγό το «λάθε βιώσας» όπως μου είχε διδάξει ο πατέρας μου. Ίσως γιατί δεν ένοιωθα αρμόδια να μιλήσω, ίσως γιατί δεν ήθελα να κοινοποιήσω προσωπικές σκέψεις. Ό,τι λέμε ή πράττουμε μπορεί εξάλλου τόσο εύκολα να παρερμηνευτεί.
Οι λόγοι που τελικά με ώθησαν να λάβω έναν τόσο ενεργό ρόλο σήμερα ήταν ποικίλοι. Προπάντων για να ξαναζήσω τον πατέρα μου κοντά σε άλλους, να τον θυμηθώ μαζί σας δηλαδή, να τον επαινέσω, να τον αποχαιρετήσω επιτέλους. Γνωρίζω ότι κάποια στιγμή άφησε το όνομά μου, μαζί με άλλα τέσσερα, γραμμένο ως τα άτομα που θα επιθυμούσε να πουν κάτι για αυτόν. Οι τρεις έχουν κατά καιρούς μιλήσει, άλλοι λίγο, άλλοι πολύ. Ο κύριος Δανασσής-Αφεντάκης μίλησε στο βιβλίο και θαυμάζω αυτά που είπε ως πολύ σοφά, ο κύριος Κατσαφάνας και αυτός μίλησε για την εποχή που τον είχε μαθητή και ανέπτυξε εκεί το ξεχωριστό της προσωπικότητάς του από τη νεαρή ήδη ηλικία. Και φυσικά η σύζυγος του και μητέρα μου, η πρώτη σε αυτόν τον μικρό κατάλογο, το πρώτο όνομα, έχει με το δικό της τρόπο αποτίσει το φόρο τιμής στον άνδρα της. Μέσα στα πλαίσια του προσωπικού πόνου φυσικά. Και της αδιάσειστης πίστης ότι κανείς δε γνώριζε το συγκεκριμένο άνθρωπο τόσο βαθιά όσο η ίδια.
Εκτός όμως αυτών των τριών ανθρώπων για το Λιαντίνη μίλησαν και πολλοί άλλοι, ήδη από την αρχή της αναχώρησής του. Άνθρωποι που τον γνώρισαν και μη. Και ο καθένας ανέπτυξε τη θεωρία του, είπε τις σκέψεις του πάνω στο τι και στο πώς. Άλλοι με θέρμη και συγκίνηση, άλλοι με διάθεση κριτική, άλλοι εχθρικοί, άλλοι μη κατανοώντας και προσπαθώντας να ερμηνεύσουν με γνώμονα τις δικές τους εμπειρίες και σκέψεις. Μέσα στο όλο λοιπόν κλίμα σχολιασμού θεώρησα την παρουσία μου περιττή.
Ο καιρός όμως πέρασε, τα οστά βρέθηκαν, και μέσα μου άρχισε να κρυσταλλώνεται πιο καθαρά η εικόνα της πράξης του. Και σήμερα, οκτώμισι χρόνια μετά λαμβάνει χώρα η πρώτη δημόσια εκδήλωση που τιμά το Δημήτρη Λιαντίνη, όπου παλιοί και νέοι μαθητές και μελετητές του έργου του σμίγουν σε ένα χώρο καθόλου τυχαίο.
Φυσικά η σημερινή εκδήλωση σκοπό έχει να παρουσιάσει στο ευρύ κοινό και να διαφημίσει το βιβλίο του κυρίου Αλικάκου σχετικά με τη ζωή του πατέρα μου. Η παρουσία όμως ανθρώπων που τον γνώρισαν είτε προσωπικά, είτε μέσα από τα βιβλία του και έσπευσαν να λάβουν μέρος στη συγκέντρωση αυτή δίνει έναν τόνο και έναν χαρακτήρα πιο προσωπικό. Και αυτό είναι νομίζω εκείνο που επιθυμούσε καταρχάς ο συγγραφέας. Εκτός από εμένα εξάλλου σήμερα μίλησε για το Δημήτρη Λιαντίνη για πρώτη φορά και ο Δημήτρης Αρβανιτάκης, ο πέμπτος στον μικρό κατάλογο, που γνωρίζω ότι υπήρξε από τα πρόσωπα που αγάπησε ιδιαίτερα ο πατέρας μου ακόμη κι αν δεν αναφέρεται στο αποχαιρετιστήριο γράμμα του. Και αυτό είναι κάτι που με χαροποιεί πολύ γιατί ξέρω ότι θα χαροποιούσε και τον ίδιο.
Το βιβλίο του κου Αλικάκου προσπαθεί να φωτίσει την ανθρώπινη πλευρά του πατέρα μου με όσα στοιχεία μπόρεσε ο συγγραφέας να συλλέξει. Δεδομένου ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που δεν γνώρισε το Δημήτρη Λιαντίνη από κοντά, τα στοιχεία αυτά είναι πολλά. Αξιοθαύμαστα πολλά. Μην ξεχνάμε εξάλλου ότι πρόκειται για έρευνα οκτώ χρόνων.
Για να πετύχει το σκοπό του και να σκιαγραφήσει όσο γίνεται πληρέστερα τον άνθρωπο Λιαντίνη ο συγγραφέας χρησιμοποιεί διάφορες πηγές. Καταρχάς αφήνει τον ίδιο τον άνθρωπο να μιλήσει μέσα από τις επιστολές που εμπεριέχονται στο βιβλίο. Μετά ανατρέχει σε ιστορίες που του διηγήθηκαν συγγενείς, φίλοι και γνωστοί, και τις καταγράφει όπως τις άκουσε. Τέλος, επιχειρεί να ερμηνεύσει ο ίδιος πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις. Ενίοτε παρεμβάλλει και ορισμένα αποσπάσματα από τα βιβλία του, όπου το κρίνει απαραίτητο. Έτσι το βιβλίο πετυχαίνει να δώσει στον αναγνώστη εικόνα για το ποιος είναι ο Λιαντίνης. Και αυτό είναι σημαντικό με την έννοια ότι το πρόσωπο του πατέρα μου παρερμηνεύτηκε σε μεγάλο βαθμό από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Για όποιον δεν έχει διαβάσει τα βιβλία του και δεν τον γνώριζε η προσωπικότητα του πατέρα μου μέσα από τα δελτία ειδήσεων και τις διάφορες εκπομπές που έχουν γίνει φαντάζομαι ότι θα αποτέλεσε μεγάλο μυστήριο. Ας μην ξεχνάμε ότι κατά καιρούς συνδέθηκε με ομάδες Ε, ομάδες δωδεκαθεϊστών, αριθμοσοφίες, με διάφορα ανεξήγητα, υπερφυσικά φαινόμενα κλπ.
Ο κύριος Αλικάκος στο βιβλίο του αποκαθιστά την αλήθεια και την σωστή όψη των πραγμάτων όσων αφορά όλα αυτά. Τον παρουσιάζει ως έναν γήινο άνθρωπο όπως πραγματικά ήταν. Γιατί ο πατέρας μου εκτός από τους στοχασμούς του και τις μελέτες του ήταν και ένας φυσιολογικός οικογενειάρχης. Με τις ενασχολήσεις του, τις αγωνίες του για τα απλά και επουσιώδη προβλήματα της καθημερινότητας, τους φόβους του για το μέλλον του παιδιού του, όπως έχει κάθε γονιός. Που προσπαθεί να πορευτεί έναν αξιοπρεπή βίο. Και να διδάξει το παιδί του και τους μαθητές του σωστά και ωραία πράγματα. Το δρόμο της αρετής. Γνωρίζετε ότι μιλάμε για έναν άνθρωπο απόλυτα έντιμο. Και αυτή την εντιμότητά του προσπάθησε να την μεταδώσει σε όσους αγαπούσε. Θα σας δώσω ένα μικρό δείγμα. Κάποια στιγμή στα 18 μου χρόνια έκανα για πρώτη φορά φορολογική δήλωση. Ήρθαν τότε στα χέρια μου ορισμένα χρήματα, περίπου 100.000-120.000 χιλιάδες δραχμές ως επιστροφή φόρου, τα οποία όμως δεν δικαιούμουν πραγματικά. Με κάλεσε και αφού μου μίλησε για αρκετή ώρα πάνω στη φοροδιαφυγή την άλλη μέρα πήγαμε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων να τα καταθέσουμε ως δωρεά στο κράτος. Κι αυτό είναι ένα μικρό δείγμα.
Για μένα λοιπόν Δημήτρης Λιαντίνης, ο Μίμης, όπως τόνε λένε τα αδέλφια του, δεν ήταν μόνο πατέρας αλλά και δάσκαλος όπως για πολλούς άλλους. Και με φώτισε σε πολλά και σε κάθε τομέα. Από τη στάση μου απέναντι σε αυτό το δώρο που ονομάζουμε ζωή, μέχρι καθημερινές συμβουλές αντιμετώπισης αντιξοοτήτων.
Δεν έπαυε να είναι δάσκαλος ποτέ και πουθενά. Ούτε ακόμη και μέσα στο ίδιο του το σπίτι, είτε επρόκειτο για την κόρη του, είτε για τη γυναίκα του και για τη μάνα του. Όσοι τον γνώρισαν από κοντά μπορούν να το πιστοποιήσουν. Και αυτό είναι νομίζω το θεμελιώδες στοιχείο της προσωπικότητας του. Και σε πολλά σημεία δικαιολογεί στα μάτια μου την πράξη του.
Η πράξη του. Ένα λένε τα προσωπικά μου συναισθήματα σχετικά με αυτήν. Πρόκειται για μια αυτοκτονία. Η λέξη τρομάζει και γεμίζει αποστροφή πολλούς ανθρώπους γιατί συνδέεται με καταστάσεις παθολογικές. Άρρωστοι ή απελπισμένοι άνθρωποι αυτοκτονούν. Συνήθως. Ήδη έχω πολύ συχνά τον τελευταίο καιρό ακούσει ανθρώπους που αγαπούσαν τον πατέρα μου να σπεύδουν να δηλώσουν ότι δεν χαρακτηρίζουν την πράξη αυτοκτονία αλλά αυτοθέλητη έξοδο από τη ζωή. Επειδή το γράμμα που μου άφησε αρχίζει με την ποιητική έκφραση φεύγω αυτοθέλητα. Παίζουν με τις λέξεις. Προσπαθούν να γλυκάνουν το χάπι και δεν πρέπει. Δεν ταιριάζει η γλύκα εδώ, η περίφραση. Πρόκειται για μια αυτοκτονία. Και προμελετημένη μάλιστα. Αυτό όμως που δίνει μια ξεχωριστή χροιά και νόημα στην πράξη του δεν είναι η ίδια, αυτή καθεαυτή, η αυτοκτονία του, αλλά οι λόγοι που τον οδήγησαν να την διαπράξει και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη. Έτσι το εκλαμβάνω εγώ.
Ο Δημήτρης Λιαντίνης αναλαμβάνει στους ώμους του την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, που εμφανίζεται για να σβήσει. Δέχεται θεωρητικά την παρακμή ως φυσικό νόμο, με την έννοια ότι είναι μοίρα και δικαίωμα του κάθε όντος κάποια στιγμή να βασιλέψει. Άνθρωποι, πολιτισμοί, θεότητες. Αλλά στην πράξη πολεμά την ασθένεια, το γήρας, την ανημποριά. Μισεί την παρακμή. Η οποία συνεχίζει και μετά θάνατο. Γι’ αυτό έγραφε προτάσεις όπως «Το σώμα του νεκρού δε θα το ιδεί ανθρώπου μάτι» ή «Ο γνήσια στοχαζόμενος αποστρέφεται όχι μόνο την τελετή της ταφής του, αλλά και την ιδέα του νεκρού του σώματος». Ο Λιαντίνης πονά για τους ανθρώπους που πρόκειται να πεθάνουν και το ξέρουν. Είτε το τέλος βρίσκεται κοντά είτε μακριά. Και το παράδειγμά του δρα ανακουφιστικά, τουλάχιστον σε εμένα. Τι συμβαίνει… Ένας σχετικά νέος, ευτυχής και πλήρης άνθρωπος αποχώρισε από τη ζωή. Έκλεισε ραντεβού με το θάνατο. Έκανε το πρώτο βήμα. Πήρε την πρωτοβουλία. Απάλλαξε τον Χάρο από το καθήκον να τον ψάξει. Έτσι απλά. Και απόλυτα υγιής. Ο ανθρωπολόγος που τον εξέτασε είχε θυμάμαι τότε σχολιάσει με θαυμασμό ότι τα οστά του θα μπορούσαν να ανήκουν σε νεαρό άνδρα είκοσι πέντε ετών. Τέτοιας ποιότητας. Ο πατέρας μου διάλεξε να αποχωρίσει. Ως αρχέτυπο, όπως σχολιάζει ο ίδιος μιλώντας για τον Εμπεδοκλή. Για να δείξει ότι ο θάνατος είναι μια φυσική κατάσταση και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όπως κανείς δεν σκανδαλίζεται για μια γέννα, έτσι κανείς δεν πρέπει να σκανδαλίζεται για το θάνατο που έρχεται να μας ολοκληρώσει. Χωρίς θάνατο ο καρπός της ζωής μένει άγουρος, δε φτάνει στην ωρίμανση.
Γιατί όταν σκέφτομαι την πράξη του, πίσω απ’ τα δάκρυα, στο βάθος του πίνακα, αχνοφαίνεται και η ανακούφιση. Με την έννοια ότι η πράξη του έκανε πιο εύκολο για μένα να συμβιβαστώ με την ιδέα του προσωπικού μου θανάτου. Ότι κάποια μέρα, φφφφφς, θα εξαφανιστώ. Ακόμα κι αν χρειαστεί να φύγω πριν την ώρα μου. Και ποια είναι η σωστή ώρα ούτως ή άλλως; Το παράδειγμα προς μίμηση που λένε μερικοί και μιλούν για σχολές θανάτου Λιαντίνη ούτε καν δεν το σχολιάζω. Να μελετήσουν πρώτα το έργο του οι συγκεκριμένοι άνθρωποι και μετά θα τα ξαναπούμε.
Θα μου πείτε τώρα, μα καλά, για τον πατέρα σου μιλάς. Πώς μπορείς να λες ότι η αυτοκτονία του πατέρα σου σε ανακουφίζει. Το ότι δεν έχω τον πατέρα μου κοντά είναι αλήθεια ότι δεν με ανακουφίζει καθόλου και πολύ με βαραίνει. Η απουσία του είναι πανταχού παρούσα στη ζωή μου. Με κυνηγάει. Με καταδιώκει μερικές φορές. Όταν έχουμε κάτι δίπλα μας, κοντά μας, δικό μας, αυταπατώμαστε ότι θα το έχουμε για πάντα. Έτσι πίστευα και εγώ. Σαν μια από τις μωρές παρθένες που ολιγώρησαν. Γι’ αυτές θα μας μιλήσει ο Λιαντίνης σε λίγο στο τελευταίο του μάθημα.
Όταν χάθηκε ο πατέρας μου ήμουν 24 χρονών και για πολλά χρόνια περνούσα το προσωπικό μου εσωτερικό πένθος. Το οποίο κορυφώθηκε πέρσι στις 4 του Ιούλη, μέρα σημαδιακή. Έτυχε να είναι αυτή η μέρα που μαζί με το Μάρκο, τον σύζυγό μου, και τον συγγενή μου θείο Τάκη, τον «Παναγιώταρο» όπως τον αποκαλούσε λόγω της λεβεντιάς του, ανεβήκαμε στον Ταΰγετο για να ανακαλύψουμε τον τόπο θανάτου του πατέρα μου. Και το σκελετό του. Και να σας πω κάτι. Ο θρήνος μου ξεχείλισε όχι τόσο όταν αντίκρισα τον ίδιο το σκελετό. Αλλά τα προσωπικά αντικείμενα. Τα αντικείμενα που υπήρχαν σπίτι μας, το φακό, το στιλό του, το μπουφάν που φορούσε, το ποτήρι, το μπουκάλι με το αγαπημένο του κρασί, την ελληνική σημαία που κρεμούσαμε στο μπαλκόνι κάθε εθνική επέτειο. Θυμήθηκα καθημερινές αγαπημένες συνήθειες. Όπως είπα όμως, όταν έχουμε κάτι κοντά μας το θεωρούμε δεδομένο. Έτσι και εγώ.
Δεν στερήθηκα ποτέ τη γνώση ή τη σωστή συμβουλή κατά τα χρόνια που μεγάλωνα. Είχα σπίτι μου δύο γονείς πολύ μορφωμένους που μου έλυναν όλες μου τις απορίες. Όσο για τον πατέρα μου, αυτός πια ήταν η κινητή μας βιβλιοθήκη, όπως τον αποκαλούσα και γελούσαμε. Και λόγω του επαγγέλματός του είχε τη ευτυχή δυνατότητα να περνά πολλές ελεύθερες ώρες σπίτι μαζί μου και να μου διδάσκει ωραία πράγματα. Πάντα με φώναζε να μου διηγηθεί κάτι καινούριο που διάβασε και να το σχολιάσουμε μαζί. Ήμουν έξι χρονών όταν για πρώτη φορά μου ζήτησε να αποστηθίσω το πρώτο ποίημα του Καβάφη, το οποίο ακολούθησαν άλλα πολλά του ιδίου του Καβάφη, αλλά και του Ελύτη, του Σεφέρη, του Καρυωτάκη. Το αποτέλεσμα ήταν μετά τα δεκαεπτά και το σχολείο, ύστερα από τη δύσκολη δοκιμασία των πανελληνίων να είμαι μια νέα κοπέλα τόσο κουρασμένη και βομβαρδισμένη με τέτοια δόση πνεύματος και κουλτούρας ώστε να μην αντέχω άλλη γνώση. Και εκεί είναι που σήμερα πια λυπάμαι που δεν τον έχω κοντά μου. Γιατί η αλήθεια είναι ότι στην πραγματικότητα τον πατέρα μου θα άρχιζα να τον απολαμβάνω και να τον χορταίνω μετά τα 25, τότε δηλαδή που άρχισα να σχηματίζομαι ως ώριμος πνευματικά άνθρωπος. Θλίβομαι που δεν θα γνωρίσει ποτέ την εξέλιξη της προσωπικότητας του παιδιού του.

Ο κύριος Αλικάκος στο βιβλίο του παρουσιάζει με πολύ παραστατικό τρόπο τα παιδικά και τα νεανικά χρόνια του πατέρα μου. Μάλιστα και εγώ η ίδια αντλώ πληροφορίες που δεν γνώριζα με ακρίβεια, ή μάλλον δεν τις είχα συστηματοποιήσει στο μυαλό μου. Διαβάζοντας τα γράμματα προς τον αδερφό και το φίλο, συχνά αισθανόμουν ένα πνίξιμο και δεν μπορούσα να διαβάσω άλλο και παράταγα το βιβλίο μέχρι να περάσουν ορισμένες ώρες για να το ξαναπιάσω. Μέσα από τις επιστολές αυτές αναγνωρίζω ακέραιο τον πατέρα μου όπως τον γνώρισα για 24 χρόνια.

Μετά έρχονται τα χρόνια της ωριμότητας, του γάμου και της οικογενειακής ζωής. Εδώ ο συγγραφέας βιάζεται επικίνδυνα σε αρκετά σημεία. Θα ασχοληθώ αποκλειστικά με τις αναφορές στο πρόσωπό μου. Όσο για τη μητέρα μου, απαντάει η απουσία της στη σημερινή συγκέντρωση. Το βιβλίο δεν με τιμά ιδιαίτερα. Εύκολη διαπίστωση για όσους το έχουν διαβάσει. Είμαι η κόρη που δεν κατάλαβε τον πατέρα. Μάλιστα. Που κοιτούσα έξω από το παράθυρό μου γιατί πίστευα ότι κάπου εκεί βρίσκεται ο πατέρας μου. Μάλιστα. Που κοιτούσα το Λυκαβηττό και έβλεπα την Ακρόπολη. Αυτό πια έγινε θρυλικό. Ο κύριος Αλικάκος όταν έγραφε αυτές τις γραμμές δεν μπήκε στον κόπο να φανταστεί ότι πέρα από τη Διοτίμα που δεν ξέρει πού βρίσκεται η Ακρόπολη υπάρχει και κάτι άλλο. Δεν αποδείχτηκε καλός ψυχολόγος και βιάστηκε, αν μου επιτρέπεται, να βγάλει τα συμπεράσματά του. Εδώ ο δημοσιογράφος που περιορίζεται στα ωμά γεγονότα έκλεψε από το βιογράφο, που ξέρει να διεισδύει στην σιωπή των ανθρώπων, το στιλό και το έκανε μικρόφωνο.

Δεν φταίει όμως απόλυτα αυτός. Όταν θέλησε να με προσεγγίσει εγώ του αρνήθηκα. Ο συγγραφέας είχε πολύ λίγες πηγές. Και από αυτές προσπαθεί να στυλώσει ένα οικοδόμημα 26 χρόνων. Αυτό συμβαίνει γιατί στην προσπάθειά του αυτή ο κύριος Αλικάκος δεν βρήκε σύμμαχο την οικογένεια Λιαντίνη. Δεν μιλάω φυσικά για τα αδέρφια αλλά για τη μητέρα μου και εμένα. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε με παντελή απουσία του «σπιτιού» του Δημήτρη Λιαντίνη. Και όταν λέω σπίτι μιλάω όπως το εννοεί ο πατέρας μου στο τελευταίο του γράμμα (εμένα, τη μανούλα και τον τότε γαμπρό του).

Ο συγγραφέας βιογράφος πρέπει να αντιμετώπισε ανυπέρβλητες δυσκολίες να αναστήσει τα 26 χρόνια της ωριμότητας, από το Γενάρη του 1972 ως το Μάη του 1998. Το αποτέλεσμα όμως είναι πολύ αξιέπαινο. Είναι βέβαια σε μεγάλο βαθμό αλήθεια ότι ένα κομμάτι της βιογραφίας του Δημήτρη Λιαντίνη απουσιάζει. Και φως σε αυτό το μέρος θα μπορούσαν να δώσουν οι μαρτυρίες της συντρόφου του καθώς και η προσωπική τους αλληλογραφία. Είναι όμως κάτι που νομίζω ότι δεν θα γνωρίσει το φως της δημοσιότητας. Τουλάχιστον όχι σύντομα. Αν ποτέ εκείνη το αποφασίσει… Πάντως, για όποιον θέλει να γνωρίσει το Λιαντίνη τα βιβλία του αρκούν (ο ίδιος έλεγε ό,τι είχα να πω βρίσκεται γραμμένο στα βιβλία μου), ενώ το βιβλίο του κ. Αλικάκου βοηθά προς μια κατεύθυνση ομαλής γνωριμίας με τον κόσμο του και τις ιδέες του. Υπάρχουν βέβαια στο βιβλίο μερικά περιττά σημεία όπως η παρεμβολή των προσωπικών ημερολογίων, τα περισσότερα από τα οποία, αντίθετα από τα γράμματα, δεν έχουν κατά τη γνώμη μου να προσφέρουν κάτι το αξιόλογο, ή η φωτογραφία της σπηλιάς του Ταϋγέτου με το σκελετό. Η λεζάντα φέρει τον τίτλο φωτογραφία – ντοκουμέντο, αλλά για μένα θα έπρεπε να απουσιάζει. Πιστεύω ότι ο ίδιος ο πατέρας μου δεν θα επιθυμούσε τη δημοσίευση μιας τόσο προσωπικής στιγμής του. Αισθητικά και μόνο. Η δημοσίευση της φωτογραφίας αυτής σοκάρει και εμένα με πληγώνει. Όμως αν το καλοσκεφτούμε αυτά είναι λεπτομέρειες που ωχριούν μπροστά στην αλήθεια της πράξης του πατέρα μου, συνεπώς τίποτα δεν έχει πολλή σημασία. Και στην ποιητική συλλογή του Καρυωτάκη που έχουμε σπίτι μας πίσω υπάρχει η φωτογραφία με τον ίδιο νεκρό από το αρχείο της αστυνομίας Πρεβέζης λίγο μετά την αυτοκτονία του. Όμως αυτός δεν είχε παιδιά να τον θρηνήσουν. Δεν είχε κλείσει ακόμα τα 32.

Θα με ρωτήσετε γιατί το «σπίτι» Λιαντίνη δεν συνεργάστηκε με το συγγραφέα; Γιατί εναντιώθηκε; Νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι. Κάπου ο προσωπικός πόνος, κάπου η δυσπιστία απέναντι στο συγγραφέα και στις προθέσεις του, κάπου το μικρό χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τα γεγονότα. Και είναι και κάτι άλλο. Η περίπτωση αυτή είναι ιδιάζουσα, γιατί δεν πρόκειται για έναν στοχαστή μοναχικό που ζει στις σκέψεις, τις μελέτες και τα γραψίματά του και επιλέγει τον δρόμο που επιλέγει χωρίς να χρωστά λογαριασμό σε κανέναν. Εάν επρόκειτο για τέτοια περίπτωση θα ήταν πολύ ευκολότερο να εκφράσουμε άνετα κρίσεις και να σχολιάσουμε άφοβα πρόσωπα και καταστάσεις. Εδώ όμως πρόκειται για μια ιδιάζουσα περίπτωση, εκκεντρική ίσως, ενός ανθρώπου που προσπάθησε να συνδυάσει το φιλοσοφικό στοχασμό και τη συνέπεια σε αυτόν με την οικογένεια, και το επάγγελμα. Αφήνει δηλαδή ανθρώπους πίσω του, οι οποίοι ανεξάρτητα από το πόσο δέχονται ή όχι τη συγκεκριμένη επιλογή έχουν αληθινά αισθήματα και ό,τι γίνεται γύρω από τον άνθρωπό τους δεν μπορεί να τους αφήσει ανεπηρέαστους. Για να το πω αλλιώς η τελευταία του πράξη δεν αποτελεί ένα δραματικό μονόλογο, αλλά ένα δράμα με πολλά πρόσωπα, του οποίου δεν είναι τόσο εύκολο να αναγνωρίσουμε ποιος είναι ο πρωταγωνιστής. Είναι ο ίδιος ή είναι η μητέρα μου; Είμαι εγώ, είναι η μητέρα του, η γιαγιά Πολυτίμη; Είναι πιο γενικά οι δάσκαλοι και η νοσηρή παιδεία της Ελλάδας; Είναι και ο Άνθρωπος.

Φυσικά του είμαι ευγνώμων που επέλεξε να με γεννήσει.

Είναι πολύ δύσκολο να αποστασιοποιηθεί κάποιος από τα γεγονότα κύριε Αλικάκο και εγώ που το επιδιώκω και καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια συχνά δεν το πετυχαίνω. Ξέρετε ότι η σημερινή μου επιλογή μπορεί να χαροποίησε εμένα καταρχάς και πολλούς, πόνεσε όμως άλλους.

Τελειώνω αφού θεωρώ χρέος μου να πω ότι του χρόνου το καλοκαίρι επιθυμώ να εκπληρώσω την επιθυμία του πατέρα μου να στηθεί στον Ταΰγετο ένα σεμνό μνημείο έτσι όπως το περιέγραψε στον Παναγιώτη Νικολακάκο.

Δημήτρης Αλικάκος

Όταν πριν περίπου 2 μήνες ξεκίνησα να οργανώνω την σημερινή εκδήλωση, πήρα χαρτί και μολύβι και άρχισα να σημειώνω τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να μιλήσουν για το βιβλίο και τον Λιαντίνη. Μέσα σε λίγη ώρα είχα φτιάξει μια λίστα 6-7 ατόμων, ανθρώπων επιφανών με τίτλους και περγαμηνές.

Πέρασαν λίγες μέρες και ταυτόχρονα ζύγωνε ο καιρός που έπρεπε να τους ενημερώσω για την επιθυμία μου να βρίσκονται πίσω από αυτό το μικρόφωνο. Και τότε, έπεσε στα χέρια μου αυτό. Μια επιστολή του Λιαντίνη προς την κόρη του Διοτίμα, που μου την έδωσε, ποιος άλλος, η ίδια.

Διαβάζω:

«Διοτιμάκο, άκουε ιστορία να γελάσεις και να κλάψεις μαζί. Μού ‘χε στείλει μια πρόσκληση ο Ρένος Αποστολίδης να πάω στη Στοά του Βιβλίου, όπου θα γινότανε η παρουσίαση της έκδοσης (μετάφραση) του έργου του Γερμανού Droysen «Ο μέγας Αλέξανδρος».
Πήγα λοιπόν 5.12.’96 και βρήκα μια αίθουσα φίσκα. Τρεις υπουργοί, πολλοί μεγαλόσχημοι δημοσιογράφοι που βλέπει κανείς στα κανάλια, διανοούμενοι, εκδότες, πλήθος. Ο Αποστολίδης με τους 2 γιούς του έκαναν μια καλή παρουσίαση. Ήταν όμως διάχυτο το κλίμα της κολακείας και της τσερεμόνιας. Εκείνο το γλοιώδες ύφος που κάπου ο Πλούταρχος το λέει «ευηθίζεσθαι προς αλλήλους υποκατακλινόμενοι υμίν αυτοίς».
Όταν όμως σηκώθηκε ένας πρώην υπουργός των Εξωτερικών που διαχειρίστηκε μαζί με τους άλλους, το σκοπιανό και τό ‘χασαν, και άρχισε να λέει τις βλακείες του γελώντας και λεονταρίζοντας, μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Ζήτησα το λόγο, μου τον έδωσε ο Ρένος και τους είπα…».
Σταματώ εδώ. Το τι τους είπε ο Λιαντίνης θα το μάθουμε κάποτε. Ελπίζω.

Αυτή όμως η εισαγωγή είναι αρκετή για να μάθετε γιατί σε αυτό το τραπέζι κάθονται αυτοί οι άνθρωποι και όχι κάποιοι άλλοι. Ήθελα ανθρώπους που αγαπούν τον Λιαντίνη και που δεν βάζουν κανένα βιβλίο κανενός αλικάκου πάνω από αυτόν. Ήθελα ανθρώπους που δεν διαπραγματεύονται τα αισθήματά τους.

Θυμάμαι ακόμα την δυσπιστία του Δημήτρη Αρβανιτάκη όταν του ζήτησα πριν ένα χρόνο να μου μιλήσει για τον Λιαντίνη και η μαρτυρία του να μπει στο βιβλίο. Στο τέλος αρνήθηκε. Σήμερα όμως είναι εδώ και αυτό είναι διπλή τιμή για μένα. Σε ευχαριστώ Δημήτρη.

Πώς να λησμονήσω την ευγενική δυσφορία του Παναγιώταρου όταν τον καλούσα στο τηλέφωνο όλα αυτά τα χρόνια, για να τον πείσω να μου πει κάτι που δεν ήξερα. Ήμουν σίγουρος ότι από μέσα του έλεγε «όχου τι θέλει πάλι τούτος; Τσιμπούρι μούχει γίνει». Δεν ήσουν ο μόνος Παναγιώτη. Σε ευχαριστώ που αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να σε πείσω να έρθεις εδώ.

Γιώργο Νικολακάκο, αδερφέ του Λιαντίνη, δεν θα ξεχάσω τα μάτια σου που δάκρυσαν σαν έπιασες στα χέρια σου το βιβλίο λίγες μέρες μετά την έκδοσή του. Όλα αυτά τα χρόνια το σπίτι σου στη Λιαντίνα με έκανες να το αισθάνομαι σπίτι μου. Ένα ποτήρι κρασί πάντα περίμενε στο τραπέζι όσους αγάπησαν τον αδερφό σου. Σε ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου. Ο Στέφανος λείπει απόψε ο δίδυμος αδερφός. Η μεγάλη απόσταση και ένα σοβαρό πρόβλημα τον κράτησε μακριά.

Χαρά, Ανθή, Αρετή, όταν σας γνώρισα και ένιωσα την αγάπη σας για τον Λιαντίνη, έκανα πίσω. Καμία πανεπιστημιακή τήβενος δεν ζυγίζει όσο η δική σας παρουσία στις σχολικές αίθουσες. Καμία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν αξίζει όσο η δική σας αγωνία για τα παιδιά που σας άφησε κληρονομιά ο δάσκαλός σας. Κανένα μέτρο λιτότητας δεν μπορεί να σας φτωχύνει. Είστε ήδη πλούσιες. Οι δάσκαλοι που μύρωσε ο Λιαντίνης είναι ελπίδα και οξυγόνο για την παιδεία μας. Και οι μελλοντικές γενιές των δασκάλων που θα μελετήσουν τα κείμενά του, δείχνουν το δρόμο για το σχολείο της γνώσης και όχι των αγκυλώσεων. Για το μάθημα που θα ’ναι γιορτή και όχι μιζέρια. Για το μαθητή που θα είναι ρόλος ιερός και όχι μικρός κομπάρσος διαφημίσεων στα τελεβίζια.

Διοτίμα Λιαντίνη, ήταν Δευτέρα 29 Μαίου (3 μέρες μετά την έκδοση του βιβλίου) όταν ζήτησες να συναντηθούμε, μετά από μια μακρά περίοδο σιωπής. «Δημήτρη, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα έγραφες τέτοιο βιβλίο για τον μπαμπά μου» ήταν τα πρώτα λόγια σου. Ούτε και εγώ Διοτίμα ότι θα ήσουν σήμερα εδώ για να μιλήσεις γι’ αυτό και τον πατέρα σου. Είναι μεγάλη τιμή για μένα, η κριτική και η αποδοχή σου. Σε ευχαριστώ.

Κυρίες και κύριοι

Για το βιβλίο σάς μίλησαν άλλοι.
Για μένα και τον Λιαντίνη θα ήθελα να σας μιλήσω εγώ.

Έγραψα αυτό το βιβλίο με τη γνώση ότι οι βιογραφίες γράφονται αρκετά χρόνια από την εποχή που έζησε ο βιογραφούμενος. Γνώριζα το ρίσκο που έπαιρνα. Άνθρωποι που δεν έχουν περάσει από το χωνευτήρι του χρόνου, όπως ο Λιαντίνης, σαν ασχοληθείς μαζί τους δύο πράγματα μπορούν να συμβούν. Ή να γελοιοποιηθεί ο συγγραφέας ή να γελοιοποιήσει τον ήρωά του, ή και τα δύο. Η γελοιοποίηση του συγγραφέα δύναται να συμβεί αν ασχοληθεί με έναν ασήμαντο και τον υπερτιμήσει, ή με ένα σημαντικό και τον υποτιμήσει.

Και το ερώτημα που προκύπτει: ο Λιαντίνης ήταν σημαντικός ή όχι;

Στο ερώτημα αυτό που έθετα, πιστέψτε με, συχνά στον εαυτό μου, δεν έπαιρνα λογική απάντηση. Δεν είχα καμιά τυπική επιβεβαίωση ότι ο Λιαντίνης ήταν σπουδαίος. Γιατί απλά κανείς… σπουδαίος δεν είχε ασχοληθεί μαζί του. Κανένα βραβείο δεν του απονεμήθηκε μετά θάνατο. Καμία διάκριση δεν υπήρξε από το 1998 και μετά. Καμία σοβαρή μελέτη δεν έγινε πάνω στο έργο του. Η σιωπή του λεγόμενου πνευματικού κόσμου, ήταν εκκωφαντική. Και ο θόρυβος της παραφιλολογίας ενοχλητικός.

Ήμουν μόνος λοιπόν. Εγώ και η επιθυμία μου. Εγώ και το ψώνιο μου. Εγώ και η πίστη μου ότι «όχι, δεν είναι αυτός που νομίζετε ότι είναι». Μέσα από αυτή τη γεμάτη έπαρση πίστη ξεκίνησα την έρευνά μου. Και καθώς έγραφα την τελευταία αράδα στο βιβλίο, αυτό ένιωθα.

Το έγραψα και θα το πω για όσους δεν το γνωρίζουν. Η οργή μου στάθηκε η αιτία αυτού του βιβλίου. Η οργή για μια εποχή που υποκλίνεται στο ασήμαντο και απαξιώνει το σημαντικό. Η οργή για έναν κόσμο που σταυρώνει την ομορφιά και αποθεώνει την ασχήμια. Η οργή για μια χώρα που δεν λέει να κοιταχθεί στον καθρέπτη. Η οργή για τους ανθρώπους που δεν σε κατάλαβαν Δημήτρη Λιαντίνη.

Καθώς έγραφα το βιβλίο μεταμόρφωσα αυτή την οργή σε πίκρα, σε ήρεμο παράπονο. Σταμάτησα να μιλάω, να διαμαρτύρομαι. Έπιασα κουβέντα μαζί του. Τον άκουγα με τις ώρες, να με συμβουλεύει, να με απορρίπτει, να με ρίχνει κάτω, να μου απλώνει το χέρι να σηκωθώ. Τον άκουσα τέλος να μου λέει ότι η ευθύνη να αλλάξεις τον εαυτό σου είναι μεγαλύτερη από την ευθύνη να αλλάξεις τον κόσμο. Εκεί παραξενεύτηκα και ακόμα θυμάμαι την έκφρασή του όταν του είπα: «ΟΧΙ, ο κόσμος να αλλάξει Λιαντίνη!». «Καθώς θα αλλάζεις εσύ, θα αλλάζει και ο κόσμος, συνονόματε», μου είπε χαμογελώντας.

Σήμερα κλείνει για μένα ένας κύκλος. Ότι είχα να πω γι’ αυτό τον άνθρωπο, το είπα. Μένουν κι άλλα πολλά βέβαια που ανακαλύπτω κάθε μέρα και που κάποτε ίσως θα γραφτούν. Έκανα την αρχή και η ιδέα ότι μια μέρα θα κάθομαι ανάμεσά σας ως απλός θεατής στην παρουσίαση μια άλλης προσέγγισης του Λιαντίνη με γεμίζει χαρά.

Κυρίες και κύριοι.

Αν το βιβλίο μου καταφέρει να σας κάνει να νιώσετε την αγωνία για τον κόσμο αυτού του ανθρώπου, αν μπορέσει να σας φέρει πιο κοντά στη σκέψη του, αν βοηθήσει όσους τον έχουν γνωρίσει και μελετήσει να ανακαλύψουν μια μικρή έστω πτυχή του, αν οδηγήσει τον αμύητο, στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς του για να αγοράσει κάποιο από τα βιβλία του, αν σας ανοίξει ένα παράθυρο στην ψυχή του ανθρώπου, αν πετύχει να προβληματίσει, να πονέσει, να ευαισθητοποιήσει, να δώσει ένα μήνυμα αισιοδοξίας, τότε, ένα λιθαράκι κιόλας μπήκε.

Από κείνον, όχι από μένα.

Σας ευχαριστώ.

Κυρίες και κύριοι, ανάμεσά μας είναι η κ. Γκίβαλου, πρόεδρος του Μαρασλείου. Κυρία Γκίβαλου, προτείνω, αυτή η αίθουσα που τίμησε και τιμήθηκε ο Δημήτρης Λιαντίνης, να πάρει το όνομα του.

(χειροκροτήματα)

Άντα Κατσίκη – Γκίβαλου: Συμφωνώ μαζί σας. Υπόσχομαι να εισηγηθώ στο Πανεπιστήμιο το αίτημά σας.

(Ακολούθησε ένα δεκάλεπτο απόσπασμα από το τελευταίο μάθημα του Δημήτρη Λιαντίνη που πραγματοποιήθηκε στις 27-5-1998)

Θα πούμε τα

στερνά μας

λόγια σήμερα…

Θέλω να αφήσω να διαλέξετε εσείς

το θέμα… εγώ έχω θέμα.

Όχι για τις εξετάσεις.

Για τις εξετάσεις θαρθείτε τυπικά την άλλη Τετάρτη που σας έχουν βάλει,

δεν θα διαβάσετε τίποτα, θα κάνετε περισυλλογή το προηγούμενο βράδυ με μια ωραία βόλτα, συνήθως πριν απ’ τις εξετάσεις οι καλά τοιμασμένοι την εποχή που ήταν φοιτητές δεν διαβάζουν.

Εγώ δεν διάβαζα ποτέ.

Έχω ετοιμαστεί, ξεκουράζομαι και κάνω αποσυμπίεση που λένε.

Εγώ θα σας πω κάτι μυστικό να μη το πείτε όμως. Σας έχω ήδη βαθμολογήσει.

Θαρθείτε όμως τυπικά εσείς εδώ, για τους τύπους, και εκεί θα πούμε…

Σας λέω θέμα να προτείνετε για συζήτηση σήμερα, ότι θέλετε… και να μου

δώσετε και εμένα δέκα λεπτά να μην σπαταλήσουμε ολόκληρο το χρόνο να σας

πω κι εγώ κάτι που θέλω σε δέκα λεπτά.

——————————

Δεν δίνω σε κανέναν σας το προνόμιο να μου πει ότι είναι περισσότερο χριστιανός από μένα. Αλλά εγώ τον έχω καθαρό τον Χριστούλη μέσα μου. Aπαράφθορο από αυτή την φθορά της εκκλησίας. Που βγαίνει ο αρχιεπίσκοπος και το παίζει πολιτικός. Δεν τον βλέπετε που δεν μπορεί να κάνει αν δεν βγει κάθε δύο μέρες στο τελεβίζιο;

Αυτός ήταν ο Χριστός; Δεν μπορεί να κάνει αν δεν βγει. Λοιπόν, αυτός θα κάνει μεγάλο κακό στη χώρα. Σας ειδοποιώ, εγώ θα φύγω αύριο. Μεγάλο κακό στη χώρα.

Για πάρτε παράδειγμα εμένα και αύριο να με έχετε σαν πρακτικό. Την βλέπω δεδομένη και έρχεται η στιγμή του θανάτου μου. Δεν βλέπετε με πόση κατάφαση σας μιλάω και με πόση δύναμη και με πόση θέρμη και με πόση αισιοδοξία. Γιατί συμφιλιώθηκα, το κατανόησα, το μελέτησα. Όλη μου η ζωή ήταν μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Και με βάση αυτό, μελέτησα και άλλες είκοσι επιστήμες.

————————————-

Δεν λέω ένα παιδί είκοσι και εικοσιπέντε χρονών. Δεν λέω μια θαλερή κυρία από σας που είναι πλήρως λειτουργική και ζει την ομορφιά και τα μεγαλεία. Ή ένας έφηβος. Θα ζήσουμε τη ζωή. Η ζωή είναι προσφορά, η ζωή είναι απόλαυση, η ζωή είναι ευφροσύνη, ευλογία. Αλλά, σιγά σιγά και καθώς περνούν τα χρόνια, να το έχουμε υπόψη μας αυτό το πράγμα, ότι σε ένα άλλο πλαίσιο είμαστε και μεις και θαρθεί μια μέρα που θα πεθάνουμε. Εκείνη η ώρα να μας βρει… να έχουμε εξισωθεί με την αναγκαιότητα την σκληρή της στιγμής. Τότε κάπως… αν δεν συμφιλιωθούμε, θα ‘ρθούμε σε μια κατανόηση όμως. Να πεθάνουμε αξιοπρεπώς που λέει ο Καβάφης. Καταλάβατε; Αυτό το πράγμα όμως είναι ένα αγώνισμα ολυμπιακό δια βίου. Είναι εκείνο που λέει ο Χριστός, μην κοιμηθήτε παρθένες θα σας πω μωρές. Μη κοιμηθείτε. Τι θα πει αυτό. Είναι φοβερή αυτή η εντολή, η παραβολή των δέκα παρθένων, οι μωρές. Μιλάμε για υπαρκτικό ύπνο. Σε παρέσυρε η ζωή και ξεχνάς ποιά είναι η ουσία; Νάσαι πάντα άγρυπνος, πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου, λέει ο Σολωμός. Νάτοι οι στίχοι του Σολωμού που σας λέω ότι καθένας αξίζει για δέκα τόμους. Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα. Να τη ζω, να τη ρουφάω, να τη χαίρομαι, όσο μπορώ πιο έντιμα, γιατί λάθη θα κάνουμε όλοι αγαπητοί μου φίλοι. Όσο μπορώ πιο έντιμα, πιο ηθικά, πιο ενάρετα, πιο όμορφα. Υπάρχει ομορφιά μέσα στην ηθική.

————————————-

Τρύγισε την ημέρα. Μη την αφήσεις να πάει χαμένη η κάθε μέρα. Ότι χαρές είναι να σου δώσει μη τις αφήσεις, γιατί δεν θα την ξαναβρείς. Δεν είναι αναβλητή η ζωή, ούτε αναστρέψιμη. Είναι εκείνο που ο Όμηρος μας το είπε με το παράδειγμα των βοδιών του Απόλλωνα. Άντε να σας πω και ένα Σεφέρη τώρα. Λέει: «Οι σύντροφοι στον Άδη». Ποιοί είναι οι σύντροφοι στον Άδη, οι καταδικασμένοι δηλαδή και στη ζωή και στο θάνατο. Σα να μη ζήσανε. Ακούστε τι λέει ο Σεφέρης:

«Αφού μας μέναν παξιμάδια τί κακοκεφαλιά

να φάμε στην ακρογιαλιά

του θεού (Ήλιου) τ’ αργά γελάδια που το καθένα κι ένα κάστρο για να το πολεμάς

σαράντα χρόνους και να πας να γίνεις ήρωας κι άστρο!

Πεινάσαμε στης γης την πλάτη σα φάγαμε καλά

πέσαμε εδώ στα χαμηλά ανίδεοι και χορτάτοι».

Τι σημαίνει εδώ φάγανε τα γελάδια του ήλιου; Τα γελάδια του ήλιου κατά μία έννοια είναι 365. Σημαίνει: μην αφήσετε, μην σπαταλήσετε άδικα και ανόητα τις μέρες σας. Την κάθε μέρα να την βλέπεις και να την καρπώνεσαι μέσα σε μέτρα, μην την αφήσεις και περνάει γιατί την έχασες. Και δεν θα ξαναρθεί. Και φεύγει κι άλλη κι άλλη κι άλλη…τα σβηστά κεριά του Καβάφη. Και στο τέλος μια απέραντη σειρά από κεράκια σβηστά. Λοιπόν, αυτό είναι. Να τη χαιρόμαστε τη ζωή, είναι οδηγία και ευλογία και νόημα και εντολή. Η πιο σπουδαία εντολή, ας πούμε ελληνική, ενός ελληνικού δεκαλόγου. Να τη χαίρεσαι τη ζωή, μέσα σε μέτρα όμως. Χωρίς υπερβολές, χωρίς να φτάνεις στην ύβρι. Αυτό είναι το νόημα, που σημαίνει κατάφαση. Λοιπόν κι όσο δεν έχουμε αυτή την αγρύπνια κι αφήνουμε και περνάει η μέρα και περνάει και αύριο και αύριο και έχεις καιρό και έχεις καιρό, κάποτε θα πάθουμε εκείνο που έπαθε ο Θαλής, αυτός τό έπαθε συνειδητά βέβαια, αυτό λέω και τελειώνω, έρχομαι σε σας, τούλεγε η μάνα του «παντρέψου Θαλή». Ο Θαλής, πολύ μεγάλος, τρομακτικό πνευματικό μέγεθος στους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Ο Θαλής ο Μηλίσιος. Του έλεγε λοιπόν η μάνα του…είχε αφιερωθεί εκεί στις έρευνές του…»παντρέψου γιέ μου». Της έλεγε: «έχω καιρό μάνα», «ουκέτι καιρός», δεν ήρθε ακόμα η ώρα να παντρευτ΄ώ. Παντρέψου γιέ μου και παντρέψου παντρέψου…Όποτε μια μέρα του λέει: «παντρέψου γιέ μου!» (Και εκείνος) λέει εκείνο το περίφημο: «ούπω καιρός», δεν είναι πια καιρός. Αυτό είναι το νόημα να χαιρόμαστε τη ζωή, αλλά μέσα σε μέτρα. Δεν είναι όλα κοιλιά και στομάχι και μήτρα με τη χλωρίδα της, του ευλογημένου θηλυκού. Οι τρεις αιτίες που κίνησαν την ιστορία λέει ο Ουγκό είναι το μυαλό, η καρδιά, λέγοντας η καρδιά, εδώ είναι και τα συναισθήματα και η κοιλιά, κυρίως η κοιλιά του θηλυκού, με την έννοια όχι του φαγητού αλλά της γεννετήσιας βουλιμίας. Λοιπόν όταν είμαστε άγρυπνοι και χαιρόμαστε σωστά τη μέρα μας, για να ολοκληρώσω, χαίρομαι, είμαι άγρυπνος και ξέρω ποιά είναι η πραγματική μου κατάσταση, και περνάω και δεν πάνε χαμένες οι μέρες μου, σιγά σιγά, καθώς πλησιάζω στο τέλος, με βρίσκει σύμμετρο.

Εγώ τελείωσα αξιότιμοι συνάδελφοι. Για να σας δω όλους λίγο στα μάτια.

«Aυτό τουλάχιστον θα μείνει.

Χάσαμεν όμως το πιο τίμιο — την μορφή του…»

Kαβάφης

Τέλος

EΙΣΑΓΩΓΗ

1149264395

Ο Δημήτρης Λιαντίνης υπήρξε αναπληρωτής καθηγητής του τομέα Παιδαγωγικής, του τμήματος Φ.Π.Ψ. της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δίδασκε φιλοσοφία της αγωγής και διδακτική αρχαίων και νέων ελληνικών.
Εξαφανίστηκε αυτοθέλητα την 1η Ιουνίου του 1998, σε ηλικία 56 ετών.
Στις 4 Ιουλίου του 2005 αποκαλύφθηκε ο σκελετός του από τον πιο έμπιστο φίλο του, σε μια μικρή σπηλιά του Ταϋγέτου.
Όλα είχαν σχεδιαστεί από τον ίδιο.

Είναι τρελός!
Κάπως έτσι αντέδρασαν πολλοί νεοέλληνες στο άκουσμα της είδησης.
Είχαν δίκιο. Τούτος, δεν ήταν σαν τους άλλους, σαν εμάς. Ξένο σώμα έδειχνε στη τάξη των ανθρώπων. Τα λόγια του ήταν αλλόκοτα, ακαταλαβίστικα• ήχοι περίεργοι στη μονότονη μουσική της ζωής μας.
Το έργο είχε ξαναπαίξει. Τί κι αν το θυμούνται λίγοι.
Πήρα στυλό και τετράδιο και άρχισα να ρωτάω, να μαθαίνω και να γράφω.

Κάποιων ανθρώπων η ζωή, δεν ακολουθεί το φρόνιμο μονοπάτι των άλλων. Επιλέγει κρυφά περάσματα και απόκρημνες πλαγιές για να βαδίσει. Κάποτε σηκώνεται από το χώμα, πετά και χάνεται στον ορίζοντα. Τη ζωή αυτών, κανείς δεν δύναται να ακολουθήσει, πόσο μάλλον να καταγράψει. Αυτό που μας μένει είναι να νιώσουμε. Να νιώσουμε την αύρα που αφήνει πίσω του καθώς χάνεται…
Πώς μπορείς να μιλήσεις για έναν άνθρωπο που βαδίζει στο θάνατο συνειδητά και χαμογελώντας; Ποια στοιχεία μπορείς να εισφέρεις που να δικαιολογούν αυτή την εικόνα; Ο δημοσιογραφικός λόγος στέκεται ανίκανος να δώσει επαρκή απάντηση.
Η πράξη του Λιαντίνη, η έξοδός του από τη ζωή, θα περιμένει υπομονετικά τον φιλόσοφο και ποιητή για να την βάλει στο χειρουργικό τραπέζι. Να την αναλύσει και να την ερμηνέψει. Μα πάνω απ’ όλα θα περιμένει το χρόνο. Αυτός είναι ο πιο δίκαιος κριτής.
Η παρούσα έρευνα θα επιχειρήσει να πλησιάσει τον άνθρωπο. Έτσι όπως φανερώνεται μέσα από μαρτυρίες ατόμων που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν, όπως φοιτητές, συνάδελφοι, συμμαθητές του από τα μαθητικά χρόνια, ακόμα και ο δάσκαλός του στο δημοτικό που μιλάει για ένα «παιδί φαινόμενο».
Μιλούν για πρώτη φορά οι τρείς φίλοι του Λιαντίνη, οι άνθρωποι που ο ίδιος επέλεξε να αναφέρει στην τελευταία του επιστολή. Ο αντιπρύτανης, ο γιατρός και ο μεταλλειολόγος. «Όλα αυτά τα χρόνια σιωπήσαμε από σεβασμό στη μνήμη του. Ήρθε η ώρα να πούμε την αλήθεια», λένε.

Έρχεται στο φως η προσωπική του αλληλογραφία με τον δίδυμο αδελφό του και τον καλύτερο φίλο του στα ταραγμένα χρόνια της νιότης του. Επιστολές που αποκαλύπτουν τον άνθρωπο και φανερώνουν μια σπάνια στάση ζωής που φτάνει στα όρια της υπέρβασης.
Θα μας αποκαλύψει ο ίδιος τον μεγάλο έρωτά του, πώς τον βίωσε και γιατί έμεινε ανεκπλήρωτος.
Θα ακούσουμε την κραυγή αγωνίας του προς τον αδελφικό φίλο του: «Δος μου το χέρι σου φίλε. Τώρα που καίγομαι».
Θα παρακολουθήσουμε τα τελευταία του βήματα μέσα από μαρτυρίες ανθρώπων και δικές του επιλογές. Θα μάθουμε ποια ήταν η τελευταία του επιθυμία. Τι χειρόγραφα εμπιστεύθηκε και σε ποιόν λίγο πριν φύγει.
Θα γνωρίσουμε τον άνθρωπο που λάμβανε επί 25 χρόνια κάθε μήνα ένα γράμμα του και θα μάθουμε το γιατί.
Θα σταθούμε στη μάνα του, την περήφανη αυτή γυναίκα που και εκείνη έκανε τη δική της υπέρβαση. Τι της είπε ο γιος της γι’ αυτό που σχεδίαζε να κάνει και πώς εκεί-νη αντέδρασε;
Λίγο πριν το τέλος, θα μάθουμε το «σχέδιο» του Λιαντίνη από τον άνθρωπο-κλειδί που κλήθηκε να το φέρει εις πέρας. Θα ακούσουμε τον ίδιο να μιλά για πρώτη φορά.
Θα παρακολουθήσουμε το χρονικό του θανάτου του. Ενός θανάτου που, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, ήταν σχεδιασμένος στη παραμικρή λεπτομέρεια. Ο τόπος, ο χρόνος, ο τρόπος.
Τέλος, θα δώσουμε το λόγο στον ιατροδικαστή. Εκεί τον αναγνώστη, περιμένει ένα μεγάλο αίνιγμα, «πρωτόγνωρο», σύμφωνα με τον ίδιο.
Ανάμεσα σ’ όλα αυτά, θα παρεμβάλονται μικρά αποσπάσματα από το συγγραφικό του έργο ως ένα πρώτο άγγιγμα στη σκέψη του, κυρίως όμως για να μας θυμίσουν μια λέξη ξεχασμένη στις μέρες μας: συνέπεια.

Για τον Δημήτρη Λιαντίνη η πιο σημαντική μέρα της ζωής του ήταν η μέρα που επέλεξε να φύγει για πάντα. Είκοσι πέντε χρόνια, ίσως και παραπάνω, ο Δημήτρης Λιαντίνης ζει και αναπνέει για να μπορέσει εκείνη τη μέρα να κάνει το μεγάλο άλμα. Είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια προετοιμάζει τον εαυτό του για να δει για τελευταία φορά το ηλιοβασίλεμα εκείνης της μέρας. Να ακούσει για τελευταία φορά τον ήχο από τις πέτρες που πατάει και αφήνει πίσω του στο μονοπάτι που δεν έχει γυρισμό. Και εκεί ψηλά στη κορυφή του βουνού να αγναντέψει για τελευταία φορά από μακριά τη Λιαντίνα, το αγαπημένο του χωριό, τη γη της Λακωνίας που τον γέννησε.

Ο Λιαντίνης ζητάει από όλους να τον κατανοήσουν. Όχι να συμφωνήσουν μαζί του, απλά να μπορέσουν να τον κατανοήσουν μέσα από το άρωμα που άφησε πίσω του στους δεκάδες, εκατοντάδες ανθρώπους που ήρθαν σε επαφή με κείνον και το έργο του. Και σαν τον κατανοήσουν ακούγοντας τους ανθρώπους που τον γνώρισαν και κυρίως μελετώντας το έργο του, τότε μπορούν χωρίς την ενοχή της άγνοιας να τον δεχθούν ή να τον απορρίψουν.

Κάποτε ήλθε ένα 28χρονο παλικάρι να με βρει. Όνομα δεν μου άφησε, μονάχα μου είπε τούτο: «Ήμουν φοιτητής του Λιαντίνη. Μια μέρα με είδε δακρυσμένο και με ρώτησε τι έχω. Του είπα πως θέλω να βάλω τέρμα στη ζωή μου. Με πήρε αγκαλιά και βγήκαμε απ’ το αμφιθέατρο. Βαδίσαμε κάμποση ώρα στο δάσος της Καισαριανής. Μου μιλούσε συνεχώς. Τον άκουγα. Στο τέλος με φίλησε στο μάγουλο, χαμογέλασε και έφυγε. Του χρωστώ τη ζωή μου. Τον ευχαριστώ».
Φεύγοντας μου ζήτησε να του υποσχεθώ πως θα το γράψω κάποτε αυτό, «να μάθουν ποιος ήταν ο Λιαντίνης».
Ποιος ήταν λοιπόν ο Λιαντίνης;
Μερικές εκατοντάδες γραμμάρια μελάνι σε χαρτί. Η σκέψη του, το έργο που άφησε φεύγοντας, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Οκτώ βιβλία, εκ των οποίων το ένα μετάφραση. Ας τα δούμε συνοπτικά:
Το 1978 εξέδωσε την διδακτορική του διατριβή πάνω στον Γερμανό ποιητή Ράινερ Μαρία Ρίλκε με τον τίτλο «Έξυπνον Ενύπνιον».
Ο υπεύθυνος της τριμελούς επιτροπής που κλήθηκε να κρίνει την διατριβή, τη χαρακτήρισε ακατανόητη…

Οι καμπάνες, οι γραβάτες, οι χειραψίες και τα πρωτόκολλα, η ελεημοσύνη και οι διακυρήξεις για ισότητα, δικαιοσύνη και ελευθερία αποτελούν τα διάσημα του ξεπεσμού του ανθρώπου. (σελ. 50)

Την ίδια χρονιά ο Λιαντίνης θα γράψει μια εργασία με θέμα τον Διονύσιο Σολωμό για να συμμετάσχει στη διεκδίκηση του βραβείου της Ακαδημίας Αθηνών. Την έγραψε λοιπόν, την έβαλε σε κλειστό ανώνυμο φάκελο, όπως προβλεπόταν, την έστειλε και το πήρε. Όμως δεν πήγε να το παραλάβει, όπως επίσης και το χρηματικό βραβείο 100 χιλ. δρχ. Το βιβλίο, που από πολλούς θεωρείται ως η καλύτερη προσέγγιση στο Σολωμό που γράφτηκε ποτέ, έχει τίτλο «Χάσμα Σεισμού – Ο φιλοσοφικός Σολωμός» .

Σύμφωνα με την οντολογία και την ηθική του Σολωμού η θέση του ανθρώπου είναι να βρίσκεται πάνοπλος στην ακμή της Εξόδου και ανυπόδητος στην κόψη του σπαθιού. Να ανθίζει στη ρωγμή των βράχων και να αστράφτει στο χάσμα της νυχτολαμπής. (σελ. 117)

Το 1979 θα μπει στα βαθιά καθώς θα επιχειρήσει να μεταφράσει Νίτσε και συγκεκριμένα το «Ίδε ο άνθρωπος».

Χρεωστώ τούτη την εξομολόγηση. Υπάρχουν ώρες που ανοίγοντας να διαβάσω Nietzsche δεν καταλαβαίνω λέξη. (σελ. 15)

Στο εξώφυλλο του βιβλίου, ο Λιαντίνης θα δώσει ένα μικρό δείγμα από το στίγμα της μετάφρασης του «δύσκολου» Νίτσε. Θα επιλέξει αντί των συνηθισμένων «Μετέφρασε», «Απέδωσε», το άγνωστο «Ελλήνισε».
Τα επόμενα χρόνια θα ασχοληθεί με την μελέτη των έργων του Γιώργου Σεφέρη καρπός της οποίας είναι το βιβλίο «Ο Νηφομανής», που θα εκθοδεί το 1982.

Ο Νηφομανής δηλώνει το νηφάλιο και το μαινόμενο ταυτόχρονα. Είναι εκείνος που νοεί και κρίνει, αλλά την ίδια στιγμή ενθουσιά και εμπνέεται. Ζει τον έλλογο μύθο ζυμωμένον με τη φρόνιμη τρέλα. (σελ. 11)

Το 1984 θα γράψει ένα αμιγώς φιλοσοφικό βιβλίο. Το «Homo Educandus:Φιλοσοφία της Αγωγής».

Μέσα στο χώρο της Φιλοσοφίας της Αγωγής το βιβλίο τούτο μοιάζει αιρετικό. Αν το παραβάλει κάποιος προς τον κλασσικό – που σημαίνει και συμβατικό αναπότρεπτα – τύπο των παρόμοιων μελετών, μόνο τον υπότιτλο θά ‘βρισκε κοινό. (σελ. 9)

Το 1987 θα γράψει το «Πολυχρόνιο – Στοά και Ρώμη» μια μελέτη πάνω στην «επίδραση της στωικής φιλοσοφίας στην πολιτική παιδαγωγική της Ρώμης».

Από τη πτώση της Ρώμης και ύστερα, ο άνθρωπος πορεύεται πλέον τον δρόμο της ιστορίας ανάποδα. Βλέπει τάχα το Χριστό, και τραβάει ίσια κατά το Διάβολο. (σελ. 164)

Το 1992 θα γράψει «Τα Ελληνικά». Είναι η εποχή που διδάσκει στο Μαράσλειο Διδασκαλείο όπου μετεκπαιδεύονται δάσκαλοι. Ο ίδιος επιθυμεί το βιβλίο του να έχει συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό: Προορίζεται μόνο για τους φοιτητές και για εκπαιδευτικούς που δεν έχουν περάσει το μεσοστράτι της ζωής τους. (προμετωπίδα)

Να υπάρχεις ελληνικός δηλώνει τέσσερες τρόπους συμπεριφοράς.
Ότι δέχεσαι την αλήθεια που έρχεται μέσα από την φύση. Όχι την αλήθεια που φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων.
Ότι ζεις σύμφωνα με την ηθική της γνώσης. Όχι με την ηθική της δεισιδαιμονίας και των προλήψεων.
Ότι αποθεώνεις την εμορφιά• γιατί η εμορφιά είναι δυνατή σαν το νου σου και φθαρτή σαν τη σάρκα σου.
Και κυρίως αυτό: Ότι αγαπάς τον άνθρωπο. Πώς αλλιώς! Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα μέσα στο σύμπαν.

Και ερχόμαστε στη «Γκέμμα», το κύκνειο άσμα του. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε σε δύο καλοκαίρια. Του 1993 και του 1994 στο εξοχικό της οικογένειας στις Κεχριές. Στο τυπογραφείο πήγε το 1996, αν και μέσα αναφέρει ως έτος έκδοσης το 1997. Στα βιβλιοπωλεία κυκλοφόρησε περί τα τέλη της άνοιξης του 1998.

Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα. Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια. (τελευταίες λέξεις του βιβλίου)

Τα τελευταία πέντε βιβλία του τυπώθηκαν από ένα μικρό εκδοτικό οίκο, τη «Βιβλιογονία». Κανείς άλλος οίκος δεν δεχόταν να τα τυπώσει.
Υπάρχει, τέλος, και ένα άλλο έργο του Λιαντίνη. Στις 7 Μαρτίου 1998, το εμπιστεύθηκε:σε μορφή χειρογράφου:στον φοιτητή του Ηλία Αναγνώστου και το επισήμανε στην τελευταία του επιστολή: «Κάποια στοιχειά από το αρχείο μου το κρατά ως ιδιοκτησία ο Ηλίας Αναγνώστου».
Είναι μια ανάλυση στο έργο του Κ.Π. Καβάφη. Έχει τον τίτλο Requiem και σύντομα θα πάρει το δρόμο για το τυπογραφείο από τον ιδιοκτήτη του.

Η ιδέα του «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον», είναι η ωραία στάση μπροστά στο θάνατο. Δεν είναι ανάγκη να γίνεις Αντώνιος, ώστε εκείνο που θα χάσεις πεθαίνοντας να είναι η πόλη του Αλεξάνδρου.
Η Αλεξάνδρεια είναι το άλλο όνομα της ζωής.
Στον καθένα που αξιώθηκε να υψωθεί σε συνείδηση, να ανοίξει τα μάτια του δηλαδή και να κλείσει μέσα τους το θαύμα της ζωής, στον καθένα που είχε τη χαρά έστω και μόνο να κυττάξει ένα Μάη τις ανθισμένες σπίθες των σπάρτων, του χαρίζεται, και του χρεώνεται μια ολόκληρη Αλεξάνδρεια. Με το φάρο, με τη Βιβλιοθήκη της, τους στόλους και το Νείλο, την αιχμηρή της χερσόνησο στη μακρυνή γοητεία των Φαραώ, με τους χορούς της ιερής νύχτας και της ιερής φρίκης, και με την Κλεοπάτρα της. Αυτή τη μυθική συναλλαγματική ο άνθρωπος με την πράξη του θανάτου του την εξοφλεί ως τον τελευταίο του όβολο.
Η ώρα της πληρωμής επομένως αξιώνει γενναιοδωρία και αρχοντιά ισομέτρητη προς το μέγεθος της χρέωσης.
Όρος που ορίστηκε κοινός για το βασιλιά και το στρατιώτη, το φοροβαστάχτη και το βιολιστή, τον ταξιδευτή και τον ερωτευμένο. (απόσπασμα)

Αυτός ήταν λοιπόν ο Λιαντίνης; Ένας στοχαστής, παιδαγωγός, ποιητής;
Όχι, μας λέει ο ίδιος.

Το αληθινότερο ποίημα στο γνήσιο ποιητή είναι η ίδια η ζωή του. (Χάσμα Σεισμού σελ. 24)

Καθώς λοιπόν έγραφε τα ποιήματα του, του σώθηκε το μελάνι.
Τότε αποφάσισε να γράψει με το αίμα του.

Απόσπασμα από το βιβλίο του δημοσιογράφου Δημήτρη Αλικάκου.

Ένας φοιτητής του θυμάται….

Ξεφυλλίζοντας παλιά λευκώματα αποφοίτων του Μ.Δ.ΔΕ.(απ’ το 1988 και μετά που ξεκίνησε να διδάσκει) βλέπεις οι περισσότεροι ν’ αφιερώνουν και να θυμούνται έντονα στιγμές από ένα κυρίως καθηγητή. Γράφουν για τον ποιητή Λιαντίνη, το μάγο, το φαινό­μενο, τον παθιασμένο, φωτισμένο δάσκαλο που τους γοήτευε, που, κρέμονταν απ’ τα χείλη του, που στις διαλέξεις – μαθήματά του δεν έβρι­σκες καρέκλα να καθίσεις. Έτσι ακούγοντας γι’ αυτόν από συναδέλ­φους παρακολουθώ ανελλιπώς τις διδασκαλίες του απ’ το 1992.

Θαύ­μασα αμέσως το πάθος του, την ευρυμάθεια του, τον τολμηρό δια­φορετικό μη πληκτικό του λόγο, τη ζωντάνια του, το πνεύμα του, τη βαθιά γνώση των αρχαίων κειμένων, την ευκολία με την οποία μέσω αυτών ερμήνευε το σήμερα, το γέλιο του να ρέει, τα καταπληκτικά του ελληνικά και η μνήμη …θεέ τι μνήμη…, τι ευφυΐα!!! Ν’ απαγγέλει απέξω απνευστί κείμενα του Σολωμού, Καβάφη, Παλιά Διαθήκη, τον Γκαίτε στα Γερμανικά, μα να θυμάται και 20 ονόματα Ρώσων μπολσεβίκων, λόγος θεατρικός, με φωνή σταθερή, άρθρωση καθαρή, χιούμορ… να μην καταλαβαίνεις πώς περνά μιάμιση ώρα, και τα χέρια του σα φτερούγες πάνω απ’ τα κεφάλια μας.

»Μπράβο» του φώναξα χειροκροτώντας ενθουσια­σμένος σε μια απαγγελία. »Όχι σε μένα, στον ποιητή», απάντησε. »Μην έρχεστε και στα άλλα τμήματα τα ίδια λέω». Κι όμως ήταν πάντα διαφορετικός, πρωτότυπος, ανεπα­νάληπτος. Πάντα περιστρέφονταν γύρω από τις δύο αλήθειες της ζωής, τον έρωτα και το θάνατο.

Αξέχαστες θα μείνουν οι επισκέψεις- διαλέξεις του στην Ακρόπολη κάθε άνοιξη (Μάιο συνήθως), θυμάμαι αυτή του 1995. Απίστευτο πόσος κόσμος δάσκαλοι-ες, φοιτήτριες της φιλοσοφικής (οι μικρές Λαπηθίδες του ‘λεγα και ‘σκαγε στα γέλια). Παλιότεροι απόφοιτοι του Μ.Δ.ΔΕ. ν’ απαγγέλουν ποιήματα ευρωπαίων ποιητών για τον Παρθενώνα και το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Εκείνος πάντα όρθιος στητός με τη βέργα που τη λύγιζε για να μας δείξει την κλίση των κιόνων του ναού. Και εμείς από κάτω καθιστοί σαν παιδιά να ρουφάμε σιωπηλοί. Φτάνοντας στη σύγχρονη εποχή μίλησε για το Μακρυγιάννη που εδώ πάνω είπε ένα τραγούδι. Εγώ ήμουν κοντά του τον ηχογραφούσα και φωτογράφιζα. Ο »ήλιος εβασίλεψε» ψιθύρισα, για το κασσετόφωνο πιο πολύ. Χωρίς καν να με ρωτήσει όρθιος όπως ήταν και εγώ καθιστός μου ρίχνει μια βιτσιά στον ώμο και μου λέει πες το. Τόσο σίγουρος ότι το ‘ξερά και γω όντως το γνώριζα. Υπάρχει στ’ απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη και το τραγουδά ο Ξυλούρης. Το απήγγειλα… κι ένιωθα συνέχεια το ρεύμα απ’ το μαγικό ραβδί στον ώμο μου. Έτσι μας ηλέκτριζε όλους, ερέθιζε το πνεύμα μας. Πολλές φορές απόλυτος, ορμητικός, δωρικός (υμνητής του δωρικού πνεύματος σαν γνήσιος απόγονος αρχ. Σπαρτιατών). Στις συζητήσεις στο Διόνυσος-καφέ απέ­ναντι απ’ την Ακρόπολη γλυκός, απλός, δεκτικός στην αμφισβήτηση και τη δια­φορετική γνώμη.

Η χρονιά εκείνη έκλεισε με μια ακόμη έκπληξη με τη διάλεξη μέσα στο Ηρώδειο (δόθηκε ειδική άδεια) με θέμα: »Πέθανε ο θεός» που οργάνωσε ο Ηλίας Αναγνώστου. Φυσούσε και καθώς τα χει­ρόγραφα του στοχασμού ήταν σε ανα­λόγιο με τα χέρια ψηλά ν’ αγορεύει έμοι­αζε με το Γερμανό συνθέτη που έγραψε και διηύθυνε τους »Πολοβιτσιανούς χορούς» του (η Πολόβιτσα είναι ένα διπλανό κεφαλοχώρι απ’ τη Λιαντίνα το χωριό του). Και η τελευταία επίσκεψη στον ιερό βράχο με 20 μαθητές και το σκηνοθέτη Τάσο Μπιρσίμ, που τόσο τη διαφήμισα κι όμως δεν πήγα, μ’ ένα πουκαμισάκι που ανέμιζε μέσα στον αέρα και τη βροχή. Μα αυτός εκεί στητός να διαλέγεται με τους αρχαίους φιλόσοφους, μα γιατί να φοβηθεί τα στοιχεία της φύσης αφού το γράφει στην επιστολή του «είμαι ο ποτα­μός κι ο άνεμος».

Εφέτος (1998) ήμουν στο Μ.Δ.ΔΕ. ως μετεκπαιδευόμενος. Ο Λιαντίνης ήταν διαφορετικός. Βλοσυρός, απόμακρος, βυθισμένος σε σκέψεις, δε γελούσε όπως παλιά στ’ αστεία μου. Προσπάθη­σα να τον πείσω για μια εκδήλωση που θα γινόταν απ’ τους δραστήριους δασκάλους του Κερατσινίου (είχε πάει και παλιότερα) ή μια εκδήλωση στο Μαράσλειο για τα 200 χρόνια του Σολωμού.

Δεν έχω χρόνο μου είπε, θα πάω στη Ζάκυνθο για την επέτειο, θα σου φέρω βιντεοταινία, θα τα πούμε στην τάξη για το Σολωμό, πες τους ο Λια­ντίνης γέρασε και δεν μπορεί πια. Στα μαθήματα επαναλάμβανε ότι η »ΓΚΕΜΜΑ» »είναι το κύκνειο άσμα» μου. Κάποιοι φαντάστηκαν ότι είναι άρρωστος, εγώ ήθελα να πιστεύω ότι ήταν το τελευταίο βιβλίο που γράφει.

Στο τελευταίο μάθημα ΤΕΤΑΡΤΗ 27 ΜΑΪΟΥ και στα δύο τμήματα που δίδαξε ήταν συγκινημένος, φίλησε αρκετούς (καθηγητές και προσωπι­κό της γραμματείας) και έδωσε ένα φάκελο με εντολή ν’ ανοιχτεί την άλλη Τετάρτη (3-6-98), ημέρα που εξεταζόταν το δικό του μάθημα. Ήταν η βαθμολογία όπως μας ανα­κοινώθηκε απ’ τους συγκινημένους κ. Τριλιανό και κ. Δράκο (πρόεδρο και αντιπρόεδρο τότε της σχολής) σε μας που εξίσου συγκλονισμένοι απ’ το νέο που διαθόθηκε απ’ τον τύπο απ’ το πρωί, ζητώντας μας να μείνουμε ώστε να κάνουμε έκκληση στα τελεβίζια όπως τα ‘λέγε μήπως μας έβλεπε κάπου στον Ταΰγετο… Το βιβλίο μου να το διαβάσετε το καλοκαίρι, μας είπε, με ησυχία, στο­χασμό και κ….

Στο μυαλό μου ήρθαν κάποιες παλιές του φράσεις,

«θα χαθώ όταν παντρέψω την κόρη μου»

«Δεν πρέπει νάχουμε πρόβλημα με το θάνατο, όταν έρχεται αυτός φεύγουμε εμείς, όταν εμείς είμαστε όρθιοι λεί­πει αυτός»

«Όσοι καταγίνονται με τη μελέτη του θανάτου γίνονται ερασι-θάνατοι (αγαπούν το θάνατο} όπως λέει ο Πλάτωνας»

»Ταχείς ξανακού­σει αυτά ποτέ Σταύρο» (με ξάφνιαζε αρκετές φορές στο μάθημα με τέτοι­ες αποστροφές και γω έτοιμος περί­μενα πως θα δώσω άμεση και σύντο­μη απάντηση. Ναι, δάσκαλε – πότε, από ποιον, με ρωτούσε – από σας σε παλιότερα σας μαθήματα (γέλια). Ή ένα βράδυ που μου ζήτησε να βρω κάποιον με αυτοκίνητο να τον πάει μέχρι την Παν/πόλη. »Δάσκαλε με CITROEN ΧΑΝΤΙΑ θα πάμε δε βρήκα τίποτε καλύτερο. »Ρε με δουλεύεις» και ξέσπασε σκύβοντας σε γέλια (η μοναδική φορά φέτος). Τέτοιες μνήμες ξύπνησαν σε όλους όσους τον αγάπησαν, λάτρεψαν και έρχονταν και τον άκουγαν τις Τετάρτες αρκετά χρόνια μετά την αποφοίτηση τους.

Ετοίμαζα μια φιλοσοφική βραδιά προς τιμήν του με μεζέδες και καλό κρασί. Το Μάη ή ποτέ μούπε… Μου ‘χε ζητήσει κάποια πρόσωπα που αγαπούσε απ’ το παρελθόν της Μαρασλείου και τον αγαπούσαν.

Να φέρε μου μερικούς σαν εσένα και θέλω οπωσδήποτε το Βασίλη Πανόπουλο τη Ζοζεφίνα και την αδερφή του την Κατερίνα, θα’ ρχονταν ακόμα ο Ηλίας Αναγνώστου (πάντα κοντά του απ’ το 1990 και κάθε Τετάρτη στο Μαράσλειο), οι Κερατσινιώτες Γιάννης Καφούρος, Σάββας Πατσόγλου, Παναγ. Ζεγκίνογλου, ο Πειραιώτης Τάκης Τζαφαργιάς, ο Μάριος Κασσέρης (ο οδηγός της Citroen), η Έλσα, η Βάσω Μαλιγιάννη. Σου είχα μια ωραία έκπληξη για πρόλογο της βραδιάς δάσκαλε. Μια παλιά σου ασπρόμαυρη φωτογραφία (νεανική με μούσι) από ένα, δημοσιευμένο σου άρθρο για το Δελμούζο κορνιζαρισμένη κι εγώ να σου λέω. Είσαι στην καρδιά μας, τη ψυχή μας αλλά και στο σπίτι μας… Μα που τη βρήκες… θ’ απορούσες, θα γελούσες…

Στη ζωή σου συναντάς ένα ή δύο φωτισμένους δασκάλους μπορεί και κανέναν. Εμείς στα­θήκαμε τυχεροί. Γι αυτό συνέρεαν τόσα πλήθη μαθητών να δουν »τον κύκλο των χαμένων ποιητών». Ένας τέτοιος ποιητής είσαι συ. Δάσκαλε θα βρε­θούμε και πάλι. Την άνοιξη στην Ακρόπολη ή στο β’ εξάμη­νο το χρωστάς στους φετινούς πρωτοετείς. Δε μπορεί να φτώ­χυνε τόσο η σχολή μας. Άλλω­στε εμείς είμαστε εαρινοί μου είπε ο κ. Παναγόπουλος αντι­προτείνοντας μου για εκδήλω­ση την άνοιξη αντί για το Νοέμβρη. Είσαι τόσο ζωντανός μέσα μας αλλά και σε τόσες κασέτες ήχου, βιντεο­ταινίες, φωτογραφίες. Καλή αντάμω­ση δάσκαλε. Στις 18 Νοεμβρίου πάλι ημέρα Τετάρτη 6.00 μ,μ. στο αμφιθέ­ατρο του Μαρασλείου θάμαστε όλοι εκεί και ΕΣΥ,

ΣΤΑΥΡΟΣ Σ. ΣΜΠΟΝΙΑΣ

7 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1998

ΜΑΡΑΣΛΕΙΟΣ (1997-99)

Γιατί είχε ψυχολογικά προβλήματα θα πουν κάποιοι. Γιατί κουράστηκε να ζει ή γιατί μισούσε τη ζωή θα συμπληρώσουν κάποιοι άλλοι.

Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να τον αποκαταστήσω. Ούτε ο ίδιος το έχει ανάγκη πιστέψτε με. Θα πω όμως αυτό που πιστεύω.

Ο Λιαντίνης έφυγε από Έρωτα. Από Έρωτα για την ζωή, για τον άνθρωπο, για την Ελλάδα. Η ερωτική φύση του Λιαντίνη είναι χωρίς όρια. Και επειδή ακριβώς είναι χωρίς όρια γίνεται στο τέλος τραγική. Ο Λιαντίνης είναι τραγικός γιατί γνωρίζει και κυρίως κατανοεί βαθιά ότι σε κάθε χαρά σε κάθε ευχαρίστηση της ζωής περιμένει στο τέλος μια λέξη. Το Τέλος. Γι αυτό και κάθε χαρά κάθε ευχαρίστηση της ζωής τη ζει σε όλο της το μεγαλείο, αλλά με μια διάφορα. Η ψυχή του Λιαντίνη την ίδια στιγμή που χαίρεται και γελάει, πονάει. Και πονάει γιατί είναι παράφορα ερωτευμένος, χωρίς ωστόσο να τον τυφλώνει ο έρωτας. Και επειδή ακριβώς δεν τον τυφλώνει ο έρωτας γι αυτό πονάει. Ξέρει πως θα έρθει μια στιγμή και όλα θα τελειώσουν. Ένα απέραντο μαύρο σκοτάδι θα καλύψει τα πάντα. Και το ερωτικό αντικείμενο του πόθου του θα χαθεί για πάντα, αυτό κυρίως τον πονάει.

Τι πρέπει να κάνει λοιπόν για να νικήσει αυτή τη φοβερή σύμφορα; Να γυρίσει τη πλάτη στη ζωή, να αρνηθεί τις χαρές τις και να μισήσει την ομορφιά της; Να αντισταθεί στο ευφρόσυνο χαμόγελο μιας γυναίκας και στη συνεχεία στο ερωτικό της κάλεσμα; Όχι. Αν μεταφέρω σωστά την σκέψη του, κάπου σε αυτό το σημείο του προβληματισμού του σκέφτηκε και έγραψε πολλά χρόνια αργότερα στη Γκέμμα τον ορισμό του Έρωτα. «έρωτας είπε είναι η τέχνη του να φεύγεις. Να φεύγεις αλλά πώς να φεύγεις. Να φεύγεις έτσι που η σφαγή που θα νιώθεις να είναι πολύ πιο σφαγερή από τη σφαγή που νιώθει ο σύντροφος που αφήνεις. Αν εκείνος πονάει τρεις εσύ να πονέσεις εννιά».

Ο Λιαντινης αγαπάει τόσο πολύ τη ζωή που δεν αφήνει να φύγει εκείνη από αυτόν, αλλά φεύγει εκείνος από εκείνη. Πότε όμως; όχι τη στιγμή που η εικόνα της ζωής κουρασμένη μπροστά στα γέρικα μάτια του δεν έχει τίποτα άλλο να του δώσει, αλλά τη στιγμή λίγο μετά το μεγάλο οργασμό. Τότε που ποθεί να την κρατήσει στα χέρια του και να την ζεστάνει στην αγκαλιά του όπως κάνει ο ολοκληρωμένος και κυρίως τίμιος εραστής. Αυτός δηλαδή που αγαπάει πολύ. Τότε που ο αποχωρισμός από την αγκαλιά της ζωής ξεπερνά τους νόμους της φύσης. Τότε που έχει πιο πολύ ανάγκη τη ζωή από ότι τον έχει εκείνη.

Ο Δημήτρης Λιαντίνης επέλεξε να πονέσει περισσότερο από την ζωή που άφηνε πίσω του. Τόση και τέτοια ήταν η αγάπη του για τη ζωή. Ναι και όσο και αν ακούγεται παράξενο με αυτήν την αγάπη νίκησε το θάνατο.

Άρθρο του Ν. Γεωργίου